Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

Ποιος είναι ο πλησίον μας, που ζητά ο Χριστός ν' αγαπήσουμε;


 
Ο Χριστός μας ζητά ν' αγαπήσουμε το Θεό πάνω απ' όλα και τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας, πόσες φορές όμως κι εμείς δεν αναρωτιόμαστε, υποκριτικά για γα δικαιολογήσουμε την έλλειψη αγάπης, ποιος είναι τελικά αυτός ο πλησίον που πρέπει ν' αγαπήσουμε;

Απάντηση σ' αυτό το ερώτημα προσπαθούν να μας δώσουν πολλοί φιλανθρωπικοί οργανισμοί σήμερα, προτείνοντας μας να βοηθήσουμε του συνανθρώπους μας απρόσωπα, δίνοντας κάποια χρήματα ή είδη που μας περισσεύουν και σπανιότερα να δώσουμε προσωπική εργασία ή και να συμμετέχουμε ακόμη πιο ενεργά στο έργο τους. Η βοήθεια των οργανισμών αυτών συνήθως απευθύνεται σε κάποιες ομάδες εμπερίστατων συνανθρώπων μας, που για διαφορετικό κάθε φορά λόγο έχουν ανάγκη από τη βοήθειά μας. Η προσπάθεια των οργανισμών αυτών είναι αξιέπαινη και το αποτέλεσμά της θεάρεστο, αλλά η μικρή συμβολή μας, υλική ή προσωπική, από το περίσσευμά μας δεν αρκεί για να καλύψει την εντολή του Χριστού για "αγάπη προς τον πλησίον, (τουλάχιστον) ίση με αυτή που έχουμε για τον εαυτό μας". Διαφορετική είναι η περίπτωση ανθρώπων που δίνουν τον εαυτό τους για τη βοήθεια προς τους πάσχοντες συνανθρώπους τους, η οποία ταιριάζει περισσότερο μ' αυτά που θα πούμε παρακάτω.

Όταν αναρωτιόμαστε ποιος είναι ο πλησίον μας, που πρέπει ν' αγαπήσουμε, σημαίνει ότι δεν αγαπούμε κανένα αρκετά, ώστε να τον νοιώσουμε σαν πλησίον μας. Αυτό συμβαίνει, επειδή δεν έχουμε κάνει τρόπο ζωής το πρώτο μέρος της εντολής της Αγάπης, δηλαδή την πάνω απ' όλα (και από τον εαυτό μας) Αγάπη προς τον Θεό Πατέρα, του οποίου είμαστε όλοι παιδιά. Αν η καρδιά μας δεν πλημμυρίσει από την Αγάπη προς το Θεό, που θα εκτοπίσει τη φιλαυτία μας, τότε δεν έχουμε περίσσευμα αγάπης για να το μοιραστούμε με τους συνανθρώπους μας. Αν δε νοιώσουμε παιδιά του Ουράνιου Πατέρα μας, τότε δεν μπορούμε να νοιώσουμε τους συνανθρώπους μας αδελφούς μας, κομμάτι του εαυτού μας, μοναδική οδό προς τη Βασιλεία των Ουρανών.

Όταν αγαπάμε τους αδελφούς μας (τουλάχιστον) όπως τον εαυτό μας, τότε οι ανάγκες τους γίνονται και δικές μας ανάγκες, ο πόνος τους δικός μας πόνος, η χαρά τους δική μας χαρά, η σωτηρία της ψυχής τους σωτηρία της δικής μας ψυχής. Μεριμνούμε και προσευχόμαστε για τους αδελφούς μας (τουλάχιστον) όπως μεριμνούμε και προσευχόμαστε και για τον εαυτό μας, έχοντας πάντα την ελπίδα μας για την ικανοποίηση όλων των αναγκών μας στο Θεό. Έτσι δεν θα πέσουμε στον πειρασμό της υπερηφάνειας, για τη βοήθειά μας προς τους συνανθρώπους μας, ούτε θ' απογοητευθούμε, αν δεν τα καταφέρουμε να βοηθήσουμε όσους θα θέλαμε και όπως θα θέλαμε. Κάθε πράξη αγάπης προς τον πλησίον γίνεται, επειδή αγαπούμε το Θεό κι είμαστε κι οι δυο παιδιά του και για να δοξάζεται τ' Όνομά Του (Ματθ. ε' 16). Ύστερα ευχαριστούμε και οι δύο το Θεό, που μας έδωσε τη δυνατότητα να επωφεληθούμε από την περίσταση αυτή. Για τις πράξεις αγάπης προς τους πλησίον μας δεν ζητούμε ούτε δεχόμαστε ανταπόδοση, επειδή έχουμε λάβει ήδη σαν ανταπόδοση την εσωτερική χαρά που φέρνει η τήρηση του θελήματος του Θεού και επειδή η αληθινή αγάπη "δεν ζητά ανταπόδοση" (Κορινθ. Α' ιγ' 5).

Αφού περιγράψαμε τα χαρακτηριστικά της χριστιανικής αγάπης προς τον πλησίον, ας δούμε και ποιος είναι ο πλησίον μας. Οπωσδήποτε πλησίον μας, για μας τους λαϊκούς, είναι τα μέλη της οικογένειάς μας, σύζυγος, παιδιά, γονείς, αδέλφια και οι λοιποί συγγενείς, τους οποίους η ζωή μας και οι πράξεις μας επηρεάζουν ούτως ή άλλως. Το ίδιο ισχύει και για όλους όσους έρχονται σε καθημερινή ή τακτική επαφή μαζί μας, όπως τους ανθρώπους που εργαζόμαστε μαζί τους, τους γείτονες, τα μέλη της ίδιας ενορίας, ομάδας, συλλόγου κλπ. Ο ορισμός του πλησίον όμως δεν περιορίζεται σ' αυτούς. Ο Καλός Σαμαρείτης με το θύμα των ληστών δεν είχαν καμιά σχέση, όμως ο Θεός έφερε τον τραυματισμένο στο δρόμο του Σαμαρείτη κι έτσι έδωσε την ευκαιρία σ' αυτόν να κάνει μια πράξη αγάπης και στον τραυματισμένο να επωφεληθεί απ' αυτή. Όταν η καρδιά μας είναι ανοιχτή και γεμάτη αγάπη ο Θεός φροντίζει να φέρει στο δρόμο μας ανθρώπους που μπορούν να ωφεληθούν απ' αυτή. Εμείς μένει να φροντίσουμε να είμαστε πάντα συνδεμένοι με την πηγή της Αγάπης και πρόθυμοι να κάνουμε το θέλημα Του, όποιο κι αν είναι αυτό.

Δεν υπάρχει κίνδυνος προσφέροντας αγάπη σε άγνωστους ανθρώπους, να τη στερήσουμε από τους οικείους μας, επειδή η αγάπη όταν μοιράζεται γίνεται περισσότερη και δε λιγοστεύει. Χρειάζεται όμως διάκριση, επειδή η αγάπη μας μπορεί να περισσεύει με τη Χάρη του Θεού, αλλά ως άνθρωποι έχουμε περιορισμένες δυνατότητες, που πρέπει να μοιράζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη σκανδαλίζονται, εκείνοι που έχουν ανάγκη από αυτές. Για παράδειγμα μια μητέρα δεν είναι σωστό να καθαρίσει το σπίτι της άρρωστης γειτόνισσάς της και ν' αφήσει το δικό της ακαθάριστο, ούτε να ταΐσει τους πεινασμένους της ενορίας της και ν' αφήσει το σύζυγο και τα παιδιά της νηστικούς. Η αληθινή αγάπη περιέχει και τη διάκριση και για όσα δεν προλαβαίνουμε ανθρωπίνως, υπάρχει πάντοτε η προσευχή και η εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια.

Ανάργυρος Φιλώτας

Γιατί είπε ο Χριστός «Γιατί με λες αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μονό ένας, ο Θεός»;



 



Ματθαίος 19,16 Καὶ ἰδοὺ εἷς(1) προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε ἀγαθέ(2), τί ἀγαθὸν ποιήσω(3) ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; Και ιδού ένας προσήλθε εις αυτόν και του είπε· “διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν πρέπει να κάμω, δια να έχω ζωήν αιώνιον;”
(1) «Ο Λουκάς τον ονόμασε αυτόν άρχοντα, δηλαδή των Ιουδαίων» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος). Δε γνωρίζουμε με ποια σημασία ειπώθηκε το άρχοντας από το Λουκά. Ίσως λόγω του μεγάλου πλούτου του ονόμασε έτσι το νέο, για να σημάνει ότι ήταν υπολογίσιμος παράγοντας στην κοινωνία (p). «Κάποιοι μεν κατηγορούν το νέο αυτόν ως ύπουλο και πονηρό… εγώ όμως δεν θα αρνιόμουν να πω ότι ήταν φιλάργυρος και δούλος των χρημάτων, επειδή και ο Χριστός τον έλεγξε ότι ήταν τέτοιος· ύπουλο όμως δεν θα τον έλεγα με κανέναν τρόπο» (Χρυσόστομος). «Διότι αλλιώς δεν θα τον παρατηρούσε ο Ιησούς και θα τον συμπαθούσε (Μάρκ.10,21). Αλλά ως προς τα άλλα μεν ήταν καλός και επιθυμούσε την αιώνια ζωή, αλλά το αγκάθι της φιλαργυρίας είχε καταστρέψει το γόνιμο χωράφι της ψυχής του» (Ζιγαβηνός)
(2) Αυθεντική γραφή, διδάσκαλε, τι αγαθόν.

Ματθαίος 19,17 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ(1)· τί με λέγεις ἀγαθόν(2); οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός(3)
Ο δε Ιησούς του είπε· τι με λέγεις αγαθόν; Κανείς δεν είναι αγαθός, ει μη μόνον ένας, ο Θεός.
(1) Αυθεντική γραφή που μαρτυρείται και από τους κώδικες σιναϊτικό, βατικανό, όπως και από τον Ωριγένη: «τι με ρωτάς για το αγαθό; ένας είναι ο αγαθός» = «ο μεν Ματθαίος έγραψε αυτά σαν να ρωτήθηκε ο Σωτήρας για αγαθό έργο με την ερώτηση τι αγαθό να πράξω· ενώ ο Μάρκος και ο Λουκάς λένε ότι ο Σωτήρας είπε, τι με λες αγαθό; κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας ο Θεός» (Ωριγένης). Σύμφωνα με τη γραφή αυτή η έννοια της φράσης είναι: Γιατί με ρωτάς για το αγαθό; Ένας είναι ο αγαθός, δηλαδή το αγαθό δεν είναι κάποια ανεξάρτητη και περιορισμένη ποσότητα στη ζωή. Είναι ιδιότητα χαρακτήρα και μάλιστα του θείου χαρακτήρα. Η αγαθότητα λοιπόν αυτή της θείας φύσης έχει αποκαλυφθεί στις εντολές (a).
Ζωή αιώνια μπορεί να εξασφαλίσει όχι κάποια ορισμένη πράξη, οσοδήποτε έξοχη και ξεχωριστή, αλλά μόνο ο έξοχος χαρακτήρας. Σαν τη γνωστότερη λοιπόν περίληψη για το ποιος πρέπει να είναι ο χαρακτήρας αυτός, ο Ιησούς αναφέρει τις εντολές, στις οποίες ο Θεός αποκάλυψε τη θέλησή του (p).
(2) «Επειδή τον πλησίασε σαν να ήταν απλός άνθρωπος και ένας από τους πολλούς και διδάσκαλος των Ιουδαίων· για αυτό λοιπόν και ως άνθρωπος συζητά μαζί του» (Χρυσόστομος). «Γιατί με λες αγαθό, αφού είμαι άνθρωπος σύμφωνα με τη δική σου αντίληψη;» (Ζιγαβηνός). «Διότι εκείνος, τόν νόμιζε άνθρωπο μόνο και όχι Θεό. Αν δηλαδή, λέει, με νομίζεις άνθρωπο και όχι Θεό, μη με λες αγαθό» (Αθανάσιος Μέγας). «Διότι κανείς από τους ανθρώπους δεν είναι αγαθός με την κύρια έννοια· και διότι είμαστε ευμετάβλητοι μιας και μετακινούμαστε από το αγαθό· και διότι συγκρινόμενη η ανθρώπινη αγαθότητα με αυτήν του Θεού, θεωρείται πονηρία» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας).
«Διότι δεν θα μπορούσε με τον τρόπο που λέγεται αγαθός ο Θεός, με τον ίδιο τρόπο να λεχθεί αγαθός ο άνθρωπος ο οποίος από τον αγαθό θησαυρό της καρδιάς του προσφέρει αγαθά» (Ωριγένης). «Νομίζω λοιπόν ότι αυτός που εκτελεί το πρόσταγμα «απομακρύνσου από το κακό και κάνε το καλό», ως προς αυτά μεν που κάνουν οι υπόλοιποι άνθρωποι, κάνει το αγαθό, ως προς το αληθινά αγαθό όμως, όπως ακριβώς δεν θα δικαιωθεί μπροστά στο Θεό κάθε ζωντανός άνθρωπος, αφού κάθε ανθρώπινη δικαιοσύνη αποδεικνύεται ως μη δικαιοσύνη, όταν γίνει αντιληπτή η δικαιοσύνη του Θεού, κατά τον ίδιο τρόπο ούτε αγαθός θα είναι μπροστά στον αγαθό Θεό καθένας που θα μπορούσε να ονομαστεί αγαθός σε σύγκριση με τα κατώτερα από εκείνα» (Ωριγένης).

Γιατί είπε ο Χριστός ότι ούτε ο Υιός δεν ξέρει το χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας;



Ματθαίος 24,36 Περὶ δὲ(1) τῆς ἡμέρας ἐκείνης(2) καὶ ὥρας(3) οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν(4), εἰ μὴ ὁ πατήρ μου μόνος(5). Ως προς δε την ημέρα εκείνη και την ώρα της δευτέρας παρουσίας κανείς δεν γνωρίζει τίποτε, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, ει μη μόνον ο Πατήρ.
(1) Ο σύνδεσμος «δε» είναι αντιθετικός. Ο Κύριος δείχνει το χρόνο της καταστροφής του ναού και της πόλης των Ιεροσολύμων στους στίχους 32-34, αρνείται όμως στον στίχο αυτό, ότι η ώρα και η ημέρα της συντέλειας του κόσμου είναι γνωστή (b).
(2) Την γνωστή, την μεγάλη και φοβερή ημέρα της φανέρωσης του Σωτήρα (δ). Μερικοί από εκείνους, οι οποίοι άκουγαν τα λόγια του Σωτήρα θα ζούσαν, για να δουν ένα τρομακτικό παράδειγμα που πείθει για το τι είναι η κρίση του Θεού· αλλά όλοι πρέπει να θυμούνται ότι απομένει κάτι τρομακτικότερο, που αφορά στην όλη ανθρωπότητα, η χρονολογία όμως του οποίου είναι μόνο στο Θεό γνωστή (p).
(3) Ημέρα είναι το σύνολο, ώρα είναι ένα τμήμα αυτής (b).
(4) «Εάν οι άγγελοι οι ουράνιοι αγνοούν αυτές, πολύ περισσότερο οι άνθρωποι οι γήινοι δεν πρέπει να γνωρίζουν αυτές» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
(5) Οι κώδικες σιναϊτικός και βατικανός και κάποιοι άλλοι έχουν: ουδέ ο υιός ει μη ο πατήρ μόνος. Οποιαδήποτε και αν είναι η αυθεντική γραφή, εφ’ όσον προστίθεται η λέξη «μόνος», η έννοια του χωρίου παραμένει ούτως ή άλλως η ίδια. = «Ούτε ο υιός δεν ξέρει την ημέρα εκείνη και ώρα ως άνθρωπος· διότι ως Θεός γνωρίζει ακριβώς το ίδιο με τον Πατέρα» (Ζιγαβηνός).
«Διότι όλα όσα έχει ο Πατέρας είναι του Υιού· και την γνώση όμως έχει της ημέρας ο Πατέρας. Και ο Υιός άρα έχει αυτήν» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας).
«Διότι αν γνωρίζει καλά τον Πατέρα (ο Υιός), πώς αγνοεί την έσχατη ημέρα; Διότι κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνο ο Υιός… Και αν το Πνεύμα το Άγιο γνωρίζει όλα τα του Θεού, πώς ο Υιός αγνοεί την ημέρα την οποία δημιούργησε; Και αν οι αιώνες από αυτόν έγιναν και οι χρόνοι, είναι φανερό ότι και η έσχατη ημέρα βρίσκεται στους αιώνες και τους χρόνους και είναι αδύνατον να την αγνοεί αυτός» (Αθανάσιος Μέγας).
«Αλλά, αν και ο ίδιος, μολονότι είναι Θεός Λόγος, έγινε και χρημάτισε άνθρωπος, ο οποίος αγνοεί αυτά που θα γίνουν σύμφωνα με τη δική του φύση και το μέτρο της ανθρωπότητας, αλλά δέχεται πολλές φορές τη γνώση με αποκάλυψη του Θεού. Και να μην απορήσεις αν καταδέχεται την μικροπρέπεια της άγνοιας. Γιατί, αν και είναι δεσπότης, ονομάζεται δούλος ως άνθρωπος, και ενώ είναι Κύριος της δόξας, ζητά δόξα από τον Πατέρα σαν να μην έχει δόξα, και ενώ ο ίδιος είναι πραγματικά η ζωή και ζωογονεί τα πάντα, λέγεται ότι αναστήθηκε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος… τι το παράδοξο αν και αυτό που υπάρχει κατά φύση, δηλαδή το να αγνοήσει κάτι από αυτά που υπάρχουν, θεώρησε άξιο ενδεχομένως να το οικειωθεί και αυτό μαζί με τα άλλα ιδιώματα;… Σκεπτόμενοι λοιπόν σωστά, θα πούμε ότι γνωρίζει ο Υιός κατά το ότι είναι και νοείται Θεός, όσον αφορά όμως την ανθρώπινη φύση του, επειδή έγινε και άνθρωπος, δεν ψεύδεται καθόλου όταν λέει, ότι δεν γνωρίζει, και να μην αποδώσουμε το πράγμα στα ιδιώματα της θεότητας, αλλά στη μορφή του δούλου και στη δική μας πτωχεία. … Διότι δεν ήρθε και εγκαταστάθηκε σε κάποιον άνθρωπο, σύμφωνα με την ανοησία κάποιων, αλλά έγινε ο ίδιος αληθινά άνθρωπος, μαζί με το ότι είναι και από τη φύση του Θεός» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
Μιλά σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση στην κατάσταση της ταπείνωσης και αποδίδει στη θεία φύση και θεότητα, και κατά συνέπεια στον Πατέρα που έχει την πρωτοβουλία σε κάθε έργο της θεότητας, την εξουσία του να ορίσει την μεγάλη εκείνη ημέρα, όπως και την γνώση αυτής (δ). Προβλήθηκε το χωρίο αυτό για άρνηση του δόγματος της θεότητας του Χριστού. Καμία σημασία όμως δεν έχει αυτό, όταν κάποιος έχει την αληθινή έννοια για τις δύο φύσεις στον Χριστό που ενώθηκαν στον Θεάνθρωπο κατά τρόπο ασύγχυτο. Κατά την ανθρώπινη φύση του ο Κύριος αγνοούσε, αυτό όμως δεν είναι περισσότερο εκπληκτικό από την βεβαίωση, ότι ο Ιησούς αύξανε κατά την σοφία (Λουκ. β 52) ή είχε ψυχή που ταραζόταν και κυριευόταν από αγωνία (Ματθ. κστ 38,Μάρκ. ιδ 34,Ιω. ιβ 27,ιγ 31)(ο).

Μάρκος 13,32 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν(1), οὐδὲ οἱ ἄγγελοι(2) ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός(3), εἰ μὴ ὁ πατήρ. Ως προς δε την ημέρα εκείνη ή την ώρα, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς ούτε οι άγγελοι που είναι στον ουρανό ούτε ο Υιός, ειμή μόνον ο Πατήρ.
(1) Τον ακριβή χρόνο, κατά τον οποίο θα συμβεί η συντέλεια του κόσμου, κανείς δεν τον γνωρίζει. Φυλάχτηκε αυτός κρυμμένος από τον Πατέρα, διότι αυτό είναι ένα από εκείνα, τα οποία ο Πατέρας «έβαλε στη δική του εξουσία» (Πραξ. α 7).
(2) Η γνώση των αγγέλων αν και ευρεία, δεν είναι απεριόριστη (Εφεσ. γ 10,Α΄Πέτρ. α 12)(σ). «Με το να πει μεν ότι ούτε οι άγγελοι, τους έκλεισε το στόμα, ώστε να μη ζητούν να μάθουν, αυτό το οποίο εκείνοι δεν ξέρουν· με το να πει από την άλλη ούτε ο Υιός, εμποδίζει όχι μόνο να μάθουν αλλά και να ζητήσουν» (Βίκτωρ Αντιοχείας).

Γιατί ο Χριστός δεν είπε o ίδιος ξεκάθαρα ότι είναι Θεός; (Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου)


 

 



«Ποιοί λοιπόν είναι οι λόγοι για τους οποίους και ο ίδιος και οι Απόστολοι έχουν πει πολλά ταπεινά για αυτόν;
Ο πρώτος λόγος και ο σπουδαιότερος, είναι το ότι αυτός φόρεσε ανθρώπινη σάρκα και θέλει να βεβαιώσει και τους τότε και όλους τους μεταγενεστέρους, ότι αυτό που βλέπεται δεν είναι ούτε κάποια σκιά, ούτε απλώς κάποιο σχήμα, αλλά είναι πραγματική φύση.
Διότι, εάν, μολονότι τόσα πολλά ταπεινά και ανθρώπινα έχουν πει για αυτόν και οι απόστολοι και ο ίδιος για τον εαυτό του, όμως κατόρθωσε ο διάβολος να πείσει μερικούς από τους άθλιους και ταλαίπωρους ανθρώπους να απαρνηθούν την αιτία της κατ’ οικονομίαν ενανθρωπήσεως αυτού, και να τολμήσουν να πουν, ότι δεν έλαβε σάρκα, και έτσι να βλάψουν την όλη υπόθεση της φιλανθρωπίας του Θεού, εάν δεν έλεγε τίποτα από αυτά, πόσοι δεν θα έπεφταν στο βάραθρο αυτό του διαβόλου; Δεν ακούς ακόμη και τώρα τον Μαρκίωνα που αρνείται την κατ’ οικονομίαν ενανθρώπηση του Κυρίου, καθώς και τον Μανιχαίο και τον Ουαλεντίνο και πολλούς άλλους;
Για αυτό λέει πολλά ανθρώπινα και ταπεινά, και υπολείπονται πάρα πολύ από την απόρρητη εκείνη ουσία, για να επιβεβαιώσει την αιτία της κατ’ οικονομίαν ενανθρωπήσεώς του. Καθόσον ο διάβολος κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες να ξεριζώσει από τους ανθρώπους αυτήν την πίστη, γνωρίζοντας ότι, αν ξεριζώσει από τους ανθρώπους αυτήν την πίστη στην ενανθρώπηση του Κυρίου, θα εξαφανιστεί το μεγαλύτερο μέρος όλων εκείνων που συνιστούν την πίστη μας.
Υπάρχει και άλλη μετά από αυτήν αιτία, η πνευματική αδυναμία των ακροατών, και το ότι δεν μπορούσαν να δεχτούν τις υψηλότερες αλήθειες της πίστης τότε που για πρώτη φορά τον έβλεπαν και τον άκουγαν. Και ότι αυτό δεν είναι δική μου σκέψη, θα προσπαθήσω να το παρουσιάσω και να το αποδείξω από τις Γραφές, ότι δηλαδή όταν κάποτε συνέβαινε και έλεγε κάτι το μεγάλο και υψηλό και άξιο της δόξας του. Και γιατί λέω μεγάλο και υψηλό και άξιο της δόξας τους; Εάν κάποτε έλεγε κάτι που ήταν απάνω από τις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης, θορυβούνταν και σκανδαλίζονταν, εάν πάλι κάποτε έλεγε κάτι το ταπεινό και ανθρώπινο, τότε έτρεχαν κοντά του και δέχονταν τα λόγια του. Και πού, λέει, μπορούμε να το δούμε αυτό; Κατ’ εξοχήν στο ευαγγέλιο του Ιωάννη· διότι, αφού είπε ο Ιησούς, «ο Αβραάμ ο πατέρας σας αισθάνθηκε αγαλλίαση που επρόκειτο να δει την ημέρα μου, και την είδε και χάρηκε», του απαντούν εκείνοι· «Δεν είσαι ούτε σαράντα χρονών ακόμη και είδες τον Αβραάμ;»(Ιω. 8,56,57). Βλέπεις ότι συμπεριφέρονταν απέναντί του σαν να ήταν απλός άνθρωπος;
Τί απαντά λοιπόν αυτός; «Εγώ υπάρχω» λέει, «προτού γεννηθεί ο Αβραάμ. Και πήραν πέτρες για να τις ρίξουν εναντίον του»(Ιω. 8,58). Και όταν τους απηύθυνε μακρούς λόγους για τα μυστήρια, λέγοντας, «Και ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου»(Ιω. 6,51), αυτοί έλεγαν· «Είναι σκληρός αυτός ο λόγος· ποιός μπορεί να τον ακούει; Για το λόγο αυτόν πολλοί από τους μαθητές του έφυγαν και δεν πήγαιναν πλέον μαζί του» (Ιω. 6, 60-66). Πες μου λοιπόν, τι έπρεπε να κάνει; Να μιλά συνέχεια με υψηλού περιεχομένου λόγια, ώστε
να απομακρύνει το θήραμα και όλοι να αποκρούσουν τη διδασκαλία του; Αλλά αυτό δεν ήταν γνώρισμα της φιλανθρωπίας του. Καθόσον και πάλι, επειδή είπε, «Εκείνος που ακούει το λόγο μου δεν θα γευτεί θάνατο στον αιώνα»(Ιω. 8,52), έλεγαν εκείνοι· «Δεν λέγαμε πολύ σωστά ότι έχεις δαιμόνιο; Ο Αβραάμ πέθανε, και οι προφήτες πέθαναν και συ λες ότι εκείνος που ακούει το λόγο μου δεν θα γευτεί ποτέ θάνατο;» (Ιω. 8,52-53). Και τι το παράξενο εάν το πλήθος έδειχνε τέτοια συμπεριφορά απέναντί του, τη στιγμή βέβαια που οι ίδιοι οι άρχοντες είχαν την ίδια γνώμη;
Πράγματι λοιπόν ο Νικόδημος, που ήταν άρχοντας και ήρθε προς αυτόν με μεγάλη αγάπη και του είπε, «Γνωρίζουμε ότι ήρθες σαν δάσκαλος από τον Θεό»(Ιω. 3,2), δεν μπόρεσε να δεχτεί το λόγο του για το βάπτισμα, διότι ήταν πολύ πιο μεγάλος από την πνευματική του αδυναμία. Διότι, όταν ο Χριστός είπε, ότι «Αν κάποιος δεν γεννηθεί από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού», σε τόσο χαμηλές σκέψεις έπεσε, ώστε να πει «Πώς μπορεί ο άνθρωπος να γεννηθεί ενώ είναι γέρος; Μήπως μπορεί για δεύτερη φορά να μπει στην κοιλιά της μητέρας του και να γεννηθεί από τον ουρανό;».
Τι λοιπόν απαντά ο Χριστός; «Εάν σας μίλησα για τα επίγεια και δεν πιστέψατε, πώς εάν σας μιλήσω για τα επουράνια, θα πιστεψετε;» (Ιω. 3,3-4.12). Είναι σαν να απολογείται κατά κάποιο τρόπο και να λέει, για ποιό λόγο δεν τους μιλούσε συνέχεια για την ουράνια γέννηση. Πάλι κατά την ώρα εκείνη του σταυρικού θανάτου του, μετά από άπειρα θαύματα, μετά από τη μεγάλη εκείνη απόδειξη της δυνάμεώς του, όταν είπε, «Θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται επάνω στα σύννεφα» ((Ματθ. 26,64), μη υποφέροντας ο αρχιερέας τα λόγια αυτά, ξέσχισε τα ρούχα του. Πώς λοιπόν έπρεπε να ομιλεί προς αυτούς, που δεν μπορούσαν τίποτα από τα υψηλά να ανεχτούν; Το ότι λοιπόν γενικά δεν είπε για τον εαυτό του κάτι το μεγάλο και υψηλό, δεν είναι καθόλου άξιο θαυμασμού, εφόσον μιλούσε προς ανθρώπους που σύρονταν κάτω και ήταν τόσο αδύναμοι πνευματικά.

Η Παναγία και ο Λαός του Φώτη Κόντογλου Ρωμηοσύνη και Ορθοδοξία είναι ένα πράγμα.





Για να μην πάρω τους πολύ παληούς, παίρνω δυο τρεις από εκείνους πού αγωνισθήκανε για την ελευθερία της Ελλάδας, πού όποτε μιλάνε για τη λευτεριά, μιλάνε και για τη θρησκεία.
Ο Ρήγας Φεραίος λέγει: «Να κάνουμε τον όρκο / απάνω στο Σταυρό". Ένας άλλος ποιητής γράφει: «Για της πατρίδας την ελευθερία / για του Χρίστου την πίστη την αγία / γι' αυτά τα δύο πολεμώ, / μ' αυτά να ζήσω επιθυμώ_ / κι αν δεν τα αποχτήσω / τι μ' ωφελεί να ζήσω;»
Του Σολωμού η ψυχή είναι θρεμμένη με τη θρησκεία, γι' αυτό μοσκοβολούνε τα ποιήματα του από δαύτη. Κι αυτή τη μοσκοβολιά τη νιώθει κανένας στην Ημέρα της Λαμπρής, στη Δέηση της Μαρίας, στη Φαρμακωμένη, Εις Μοναχήν, στον Ύμνο της Ελευθερίας, στο Διάλογο και σε πολλά άλλα
Οι αγράμματοι ποιητές των βουνών, μέσα στα τραγούδια πού κάνανε, και που δε θα τα φτάξει ποτέ κανένας γραμματιζούμενος, μιλάνε κάθε τόσο για τη θρησκεία μας, για το Χριστό, για την Παναγιά, για τους δώδεκα Αποστόλους, για τους αγίους. Πολλές παροιμίες και ρητά και λόγια που λέγει ο λαός μας, είναι παρμένα από τα γράμματα της Εκκλησίας. Η Ρωμηοσύνη είναι ζυμωμένη με την Ορθοδοξία, γι' αυτό Χριστιανός κ' Έλληνας ήτανε το ίδιο. Από τότε που γινήκανε χριστιανοί οι Έλληνες, πήρανε στα χέρια τους τη σημαία του Χρίστου και την κάνανε σημαία δική τους: Πίστις και Πατρίς! Ποτάμια ελληνικό αίμα χυθήκανε για την πίστη του Χριστού, από τα χρόνια του Νέρωνα και του Διοκλητιανού, έως τα 1838, πού μαρτύρησε ο άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων. Ποια άλλη φυλή υπόφερε τόσα μαρτύρια για το Χριστό; Αυτό το ακατάλυτο έθνος πού έπρεπε να πληθύνει και να καπλαντίσει τον κόσμο, απόμεινε ολιγάνθρωπο γιατί αποδεκατίσθηκε επί χίλια οχτακόσια χρόνια από φυλές χριστιανομάχες.
Αγιασμένη Ελλάδα! Είσαι αγιασμένη, γιατί είσαι βασανισμένη. Κι η κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ' ένα μαρτύριο σου. Τα πάθη του Χριστού τα 'κανες δικά σου πάθη, τα μαρτύρια των Αγίων είναι δικά σου μαρτύρια. Ο δικός σου ο κλήρος στάθηκε η πίκρα. Θλίβεσαι με τον Χριστό, θλίβεσαι με την Παναγιά, μαρτυράς μαζί με τους μάρτυρες της πίστης κι ολοένα κλαις σαν θρηνητικό τρυγόνι στα αγιασμένα μνημούρια πού 'ναι φυτρωμένα απάνω τους αγριοχόρταρα και φλυσκούνια. Πλην η θλίψη σου εσένα είναι κάποια θλίψη χαροποιά, γεμάτη ελπίδα κι αθανασία. «Και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης» κατά τον Σολομώντα. Αυτό είναι το «χαροποιόν πένθος», η «χαρμολύπη» πού λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Είναι η αληθινή χαρά πού ξαγοράζεται μονάχα με τον πόνο.
Σήμερα γιορτάζουμε την ένδοξη Κοίμηση της Παναγίας. Σ' αμέτρητες εκκλησίες και μοναστήρια χτυπούνε οι καμπάνες και ψέλνουνε οι ψαλτάδες. Τα πιο πολλά είναι στης Παναγίας τ' όνομα, και πανηγυρίζουνε σήμερα την Κοίμηση της Θεοτόκου. Μα αυτή δεν είναι γιορτή θανάτου, είναι γιορτή χαράς και θρίαμβος, γιατί αυτή που κοιμήθηκε είναι η Μητέρα της Ζωής, όπως λέγει εκείνο το θεσπέσιο δοξαστικό πού λένε σήμερα στη Λειτουργία: «Τη αθανάτω σου κοιμήσει Θεοτόκε μήτηρ της ζωής, νεφέλαι τους αποστόλους αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν τω αχράντω σου σώματι, ο και κηδεύσαντες σεπτώς, την φωνήν του Γαβριήλ μελωδούντες ανεβόων. Χαίρε, κεχαριτωμένη παρθένε, μήτερ ανύμφευτε, ο Κύριος μετά σου. Μεθ' ων, ως Υιός σου και θεόν ημών ικέτευε σωθήναι τας ψυχάς ημών».
Σήμερα όλη η Ελλάδα μοσχοβολά από το ευωδέστατο σκήνωμα της Παναγίας, που είναι η μητέρα των ορφανεμένων, η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των θλιμμένων, το ραβδί των τυφλών, η άγκυρα των θαλασσοδαρμένων. Κι απ' άκρη σε άκρη της Ελλάδας, στις πολιτείες, στα χωριά, στα μοναστήρια και στις σκήτες, απάνω στα δασωμένα βουνά, στα λαγκάδια, στις σπηλιές, στα γαλανά τα κύματα που δροσοαφρίζουνε από τον πελαγίσιον αγέρα, στα νησιά και στα ρημόνησα, στους κάβους, παντού αντιλαλεί η υμνολογία που ψέλνουνε οι ψαλτάδες για την ταπεινή βασίλισσα που κοιμήθηκε. Το μελτέμι που φυσά τώρα το Δεκαπενταύγουστο και δροσίζει τον κόσμο τα δεντρικά που 'ναι φορτωμένα με λογής λογής πωρικά, τα άγρια τα ρουμάνια, με τις αντρειωμένες βαλανιδιές και με τα έλατα και με τα κέδρα, τα άσπρα σύννεφα που αρμενίζουνε στον γαλανό ουρανό, όλα είναι χαροποιά και μακάρια, όλα είναι ιλαρά από την γλυκύτητα της Παναγίας. Στα πέλαγα ταξιδεύουνε λογής-λογής καράβια και καΐκια πώχουνε γραμμένο απάνω στο μάγουλο τους το γλυκύτατο τ' όνομα της. Ω! Αληθινά δική μας είναι η Παναγία, δικό μας είναι το Ρόδον το Αμάραντον!

Κολλυβάδες Πατέρες: Οἱ ἀναγεννητές τῆς Ἑλληνορθοδοξίας Τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ



Κολλυβάδες Πατέρες: Οἱ ἀναγεννητές τῆς Ἑλληνορθοδοξίας
Τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
Στήν ἁγία μνήμη τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Κολλυβᾶ († 14/7/1809)
 ἀφιερώνεται αὐτό τό σημείωμα. Ἡ ἐμφάνιση τῶν Κολλυβάδων τόν 18ο αἰώνα στόν ἁγιορειτικό, καί εὐρύτερα στόν ἑλλαδικό χῶρο σημειώνει μία δυναμική ἐπιστροφή στίς ρίζες τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, στήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Τό «κίνημά» τους, ὅπως ὀνομάσθηκε, ἦταν ἀναγεννητικό, ὡς παραδοσιακό καί προοδευτικό, ὡς πατερικό μέ μία λέξη: γνήσια ὀρθόδοξο. Στόν δύσκολο γιά τήν ἐθνική μας Ἱστορία 18ο αἰώνα θέλησαν οἱ Κολλυβάδες νά ἀντιτάξουν στό ρεῦμα τοῦ ἄθεου διαφωτισμοῦ τή μυστική ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς μόνης πού σώζει τόν ἄνθρωπο. Μία ὁμάδα μοναχῶν, πού ζεῖ μέσα στήν ἀποστολική καί στήν πατερική παράδοση τῆς νοερᾶς προσευχῆς, παίρνει τήν ἀφορμή ἀπό κάποιο συγκεκριμένο γεγονός (τήν τέλεση τῶν μνημοσύνων τό Σάββατο), ὄχι χωρίς θεολογικές προεκτάσεις, γιά νά φωτίσει τή σωστή πορεία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἄλλη ἀφορμή δόθηκε μέ τή δημοσίευση τό 1777 ἑνός βιβλίου, πού μιλοῦσε γιά τήν ἀνάγκη...
«περί συνεχοῦς θείας μεταλήψεως» καί προερχόταν ἀπό τόν κύκλο τῶν Κολλυβάδων.
Τό βιβλίο καταδικάσθηκε ἀπό τό Πατριαρχεῖο (1785), γιατί δῆθεν δημιουργοῦσε σκάνδαλο καί διχόνοιες.


Ἀργότερα, ὅμως, τό ἴδιο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἦρε τήν καταδίκη. Τά ἴδια πρόσωπα, πού ὑποστήριζαν τήν τέλεση τῶν μνημοσύνων κατά τό Σάββατο (ἀπό τά «κόλλυβα» τῶν μνημοσύνων τούς ὀνόμασαν χλευαστικά οἱ ἀντίπαλοί τους τούς Κολλυβάδες), ὑποστήριζαν καί τή συχνή θεία μετάληψη, ἀντιτάσσοντας τήν ἀρχαία -καί ἐδῶ- ἐκκλησιαστική πράξη στήν ἐπηρεασμένη ἀπό τή Δύση συνήθεια τῶν ὀρθοδόξων νά κοινωνοῦν μερικές φορές τόν χρόνο. Οἱ Κολλυβάδες εἶχαν ὡς κέντρο τῆς ζωῆς τους τήν πατερική παράδοση, πού εἶναι ἡ γνήσια παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Κατηγορήθηκαν ὡς «καινοτόμοι», ἀλλά ἡ «καινοτομία» τους δέν ἦταν παρά μία προσπάθεια ἐπιστροφῆς στή γνησιότητα καί κάθαρσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀπό κάθε ξένο στοιχεῖο, πού νόθευε τήν ἀλήθειά της.
Ὁ χῶρος στόν ὁποῖο περισσότερο ἐντοπίσθηκε ὁ ἀγώνας τῶν Κολλυβάδων ἦταν ἡ λατρεία. Συνιστοῦσαν τή συχνή συμμετοχή τῶν πιστῶν, ἔπειτα ἀπό συνεχῆ πνευματικό ἀγώνα καί προετοιμασία, στό μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας, τήν αὐστηρή τήρηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τυπικοῦ, πού ἐξασφαλίζει πνευματική ἰσορροπία, καί τή μελέτη τῶν πατερικῶν ἔργων, μέ τήν ὁποία ἐξασφαλίζεται ἡ συνέχεια τοῦ πατερικοῦ φρονήματος. Οἱ ἀντίπαλοί τους Ἀντικολλυβάδες τούς πολέμησαν ὅσο πιό σκληρά μποροῦσαν, γιατί ἦσαν ξένοι πρός τό πνεῦμα τους καί ἐξέφραζαν παράδοση νοθευμένη, πού ἔβλεπε τήν προσπάθεια τῶν Κολλυβάδων ὡς ἐπικίνδυνη «καινοτομία».
Σημασία ἔχει, ὅμως, ὅτι οἱ λίγοι Κολλυβάδες, πού ἀναμείχθηκαν φανερά στήν ἔριδα καί ἔμειναν γνωστοί στήν ἱστορία, ἄφησαν νά φανεῖ ὅτι στό Ἅγιον Ὅρος, τό προπύργιο καί τήν ἱερά κιβωτό τῆς Ὀρθοδοξίας στούς αἰῶνες, δέν εἶχε χαθεῖ ἡ πατερική-παραδοσιακή γραμμή, τήν ὁποία ἕνας ἀρκετά μεγάλος ἀριθμός μοναχῶν, πού τάχθηκε ἀμέσως στό πλευρό τους, τήν ἀκολουθοῦσε. Σέ αὐτούς ἀνήκει ἡ τιμή ὅτι κράτησαν τήν πατερική συνέχεια στήν Ἐκκλησία μας, τή νοερά προσευχή καί τόν ἡσυχασμό, τήν ἄσκηση καί τήν ἐμπειρία, πού συνιστοῦν τήν ταυτότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στούς αἰῶνες. Σ’ ὅλους αὐτούς ἀνήκει αὐτή ἡ τιμή, καί προπάντων στούς πρωταγωνιστές τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ ἀγώνα, οἱ ὁποῖοι εἶναι:
α) Ὁ Ἅγιος Μακάριος (Νοταρᾶς). Γόνος γνωστῆς βυζαντινῆς οἰκογένειας (1731-1805), γεννημένος στήν Κόρινθο, καί Μητροπολίτης Κορινθίας (1765-1769). Εἶναι ὁ «ἐμψυχωτής» τοῦ κινήματος.
β) Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809), πού ἀνακηρύχθηκε ἐπίσημα Ἅγιος τό 1955. Ἦταν ὁ «θεολόγος» τοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων. Ἀνάστημα πατερικό, μεγάλος ἀσκητής-ἡσυχαστής καί δοκιμότατος συγγραφέας, πού ἄφησε περί τά 100 ὀγκώδη συγγράμματα, στά ὁποῖα ἀναχωνεύεται ὁλόκληρη ἡ ἁγιοπατερική σοφία, ὥστε νά μποροῦμε ἀνεπιφύλακτα νά ποῦμε ὅτι ὅποιος διαβάζει τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου εἶναι σάν νά ἔχει μελετήσει ὁλόκληρη τήν πατερική παράδοσή μας. Δέν θεωρῶ, ἔτσι, περιττό νά πῶ, καί ἀπό τή θέση αὐτή, ὅτι σέ ὅσους δέν ἔχουν ἄλλες προϋποθέσεις, γιά νά μπορέσουν νά μελετήσουν τούς ἴδιους τούς ἀρχαίους ἐκκλησιαστικούς Πατέρες, συνιστῶ τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, τά ὁποία βοήθησαν καί τόν Ἑλληνισμό τῆς Τουρκοκρατίας νά γνωρίσει τήν ἡσυχαστική παράδοσή του. Ἰδιαίτερα τό «Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιόν» του εἶναι τό ἀντιπροσωπευτικότερο νεότερο ἔργο γιά τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα.

Πως γίνεται μέσα στη καρδιά μας η ύψωση του Τιμίου Σταυρού.


Του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου
«Τον 7ο αιώνα υψώθηκε πανηγυρικά ο τίμιος Σταυρός στα Ιεροσόλυμα, για να τον δει και να τον προσκυνήσει όλος ο λαός.

Εκείνου του γεγονότος ανάμνηση είναι η τελετή της υψώσεως του Σταυρού, που γίνεται κάθε χρόνο, στις 14 Σεπτεμβρίου, στους ενοριακούς και μοναστηριακούς ναούς. Αυτή η Ύψωση, όμως, είναι εξωτερική. Υπάρχει, θα λέγαμε, και μια πνευματική Ύψωση του Σταυρού που συντελείται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου.


Πότε;

Όταν κάποιος σταθερά αποφασίζει να αυτοσταυρωθεί, νεκρώνοντας τα πάθη του. Όποιος δεν το κάνει, δεν είναι αληθινός Χριστιανός. Το λέει ξεκάθαρα ο απόστολος: «Οι του Χριστού την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» (Γαλάτας 5, 24). Όσοι, δηλαδή, είναι του Χριστού, έχουν σταυρώσει τον αμαρτωλό εαυτό τους μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες του.

Οι Χριστιανοί, λοιπόν, υψώνουν μέσα τους αυτόν τον Σταυρό και τον κρατούν υψωμένο σε όλη τους τη ζωή. Έτσι είναι, άραγε; Ο καθένας ας ρωτήσει τη συνείδησή του. Και μακάρι να μην πάρει την απάντηση· «Εσύ κάνεις τα σαρκικά σου θελήματα και υπακούεις στις επιθυμίες σου. Ο σταυρός σου δεν είναι υψωμένος, αλλά ριγμένος στο λάκκο των παθών, όπου σαπίζει από την καταφρόνια και την αμέλειά σου».

Μετά την αποκαθήλωση του νεκρού σώματος του Χριστού, ο τίμιος
Σταυρός έμεινε στο Γολγοθά. Οι Ιουδαίοι τον πήραν και τον έριξαν σε ένα σκουπιδόλακκο.

Μετά την Ανάσταση του Κυρίου, πάλι, δεν δίστασαν να επιχώσουν με πέτρες και χώματα τον Πανάγιο τάφο Του, για να τον εξαφανίσουν.

Τέλος, όταν οι Ρωμαίοι κυρίευσαν την επαναστατημένη Ιερουσαλήμ, το 70, κατέσκαψαν και ισοπέδωσαν όλη την πόλη και τα περίχωρά της. Και αργότερα, κατά την ανοικοδόμησή της, στον τόπο όπου πρώτα ήταν ο Πανάγιος τάφος, με υποκίνηση του εχθρού, έχτισαν ναό της Αφροδίτης, της ειδωλολατρικής θεάς της ασέλγειας.

Κάτι παρόμοιο γίνεται και με τον εσωτερικό σταυρό μας. Όταν ο εχθρός κυριεύσει και κατασκάψει τη νοητή Ιερουσαλήμ, την ψυχή μας, ο Σταυρός αυτός γκρεμίζεται από τον καρδιακό Γολγοθά στο σπουπιδόλακκο των αμαρτωλών επιθυμιών και ηδονών. Στη θέση του τότε βάζουμε και προσκυνάμε το είδωλο της Αφροδίτης, ώσπου να μας επισκεφτεί η Θεία Χάρη, αν βέβαια μετανοήσουμε ειλικρινά, η οποία θα τσακίσει το είδωλο της αμαρτίας και θα υψώσει μέσα μας το Σταυρό της νεκρώσεως των παθών»

Από το βιβλίο, «Χειραγωγία στην πνευματική ζωή»