Εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίσεις τὴν
σωτηρία,ὅταν τρῶς καὶ πίνεις ὑπερβολικά, ὅταν ξαπλώνεις καὶ συνεχῶς
ἀναπαύεις τὸ σῶμα σου; Ἄν δὲν ἀγωνιστεῖς πρῶτα πρῶτα σ’αὐτὰ δὲν θὰ
ξεφύγεις ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν ἐχθρῶν.
Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017
Γνωρίζεις μέ ποιούς πολεμᾶς;
Ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἐργασία κοινή τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων. (Ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ)
Η
ευχή του Ιησού είναι εργασία κοινή των αγγέλων και των ανθρώπων. Με την
προσευχή αυτή οι άνθρωποι πλησιάζουν σύντομα την ζωή των αγγέλων.Κανένα άλλο πνευματικό όπλο δε μπορεί να αναχαιτίσει τόσο αποτελεσματικά τους δαίμονες. Τους κατακαίει όπως η φωτιά τα βάτα.
(Οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ)
Πηγή: agapienxristou.blogspot.ca
Ἡ διήγηση τοῦ Ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι γιά τήν ἀνακάλυψη τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων στό Ἅγιον Ὄρος καί τήν μετάφρασή τους.
Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥΣ.
ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΘΕΟΔΟΣΙΟ ΤΟΥ ΕΡΗΜΗΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΡΩΣΙΑ.
Όταν ακόμη βρισκόμουν στο Αγιον
Όρος με μικρό αριθμό αδελφών, γνώριζα καλά από τη διδασκαλία και τις
εντολές των θεοφόρων πατέρων μας oτι αυτός ο οποίος έχει υπό την
καθοδήγησή του αδελφούς, δεν πρέπει να τους διδάσκει και να τους
νουθετεί κατά το δικό του φρόνημα και την κρίση. Αυτό πρέπει να γίνεται
σύμφωνα με το αληθινό και ορθό πνεύμα της Αγίας Γραφής, όπως διδάσκουν
οι θείοι πατέρες και οικουμενικοί διδάσκαλοι, καθώς επίσης διδάσκουν και
οι φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα διδάσκαλοι και οδηγοί τού μοναχικού
βίου. Επίσης φοβόμουν και έτρεμα και τη μικρόνοιά μου, μήπως δηλαδή
ένεκα της απειρίας μου, κατά τούς λόγους του Κυρίου , σαν τυφλός και ο
ίδιος πέσω στον λάκκο της απώλειας, παρασύρω δέ και αυτούς πού με
ακολουθούν.
Γι’ αυτό λοιπόν, σαν θεμέλιο ακλόνητο στην ορθή, αλάνθαστη και χωρίς
απόκλιση από τον σωστό δρόμο του Θεού οδηγία και της δικής μου
ταλαίπωρης ψυχής αλλά και τών Αγίων αδελφών, έθεσα την Αγία Γραφή της
Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.Επίσης
δέ, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, την ορθή τους ερμηνεία, δηλαδή τη
διδασκαλία των θεοφόρων πατέρων μας οικουμενικών διδασκάλων και τών
Αγίων πατέρων διδασκάλων και οδηγών του μοναχικού βίου, τών Αγίων
Συνόδων, και όλων των Κανόνων των Αγίων πατέρων, των ’Αποστολικών και
των Συνοδικών, τούς οποίους διαφυλάσσει η Αγία Καθολική και Αποστολική
Εκκλησία, καθώς και των εντολών και τυπικών αυτής. «Όπως είπα, όλα αυτά
τα δέχθηκα ως διδαχή για εμένα τον ίδιο και για τους άγιους αδελφούς,
έτσι ώστε τόσο εγώ όσο και οι αδελφοί πού ζουν μαζί μου, με τη συνέργεια
του Θεού και με την επίνευση της θείας Χάριτος, να διδασκόμαστε από
αυτά, αλλά και να μην αποκλίνουμε από το ορθό φρόνημα της ‘Αγίας
Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Αρχικώς, με τη βοήθεια του Θεού,
ξεκίνησα φιλοπόνως με πολύ κόπο και όχι λίγη δαπάνη, να αποκτώ πατερικά
βιβλία, τα οποία διδάσκουν περί υπακοής και προσοχής, νήψεως και
προσευχής. Αυτά, είτε τα αντέγραφα ο ίδιος ιδιογράφων, είτε τα αγόραζα
με χρήματα, μολονότι τα απαραίτητα για τη διατροφή μας τα αποκτούσαμε
από το έργο των χεριών μας. Περιορίζοντας πολλές φορές την τροφή μας και
υπομένοντας τη φτώχεια στην ένδυσή μας, αγοράζαμε εκείνα τά
μνημονευθέντα βιβλία σέ σλαβική, δηλαδή βουλγαρική γλώσσα γραμμένα , και
τά θεωρούσαμε σαν ουράνιο θησαυρό, χαρισμένο σέ εμάς από τον Θεό. Όταν
στη διάρκεια μερικών ετών τά διάβασα αυτά με προσοχή, σέ πάρα πολλά
σημεία διαπίστωσα απερίγραπτη ασάφεια, σέ πολλά άλλα δέ σημεία δεν βρήκα
καθόλου νόημα, σύμφωνο με τη Γραμματική.
Μολονότι τά διάβασα
επανειλημμένως, με απερίγραπτο κόπο και έρευνα, και πάλι δεν μπόρεσα να
βγάλω νόημα. Μόνο ο Θεός γνωρίζει με πόση θλίψη γέμισε η ψυχή μου,
επειδή δεν ήξερα τί να κάνω. Νόμιζα ότι τά σλαβικά βιβλία θα μπορούσα,
έστω και μερικώς, να τά διορθώσω από άλλα σλαβικά βιβλία. Άρχισα λοιπόν
με τα βιβλία του Αγίου Ησυχίου του Πρεσβυτέρου των Ιεροσολύμων, του
Αγίου Φιλοθέου του Σιναΐτου και του Αγίου Θεοδώρου του Εδέσσης, να τα
αντιγράφω με το χέρι μου από τέσσερα χειρόγραφα, μήπως και επιλέγοντας
κάποιο από τα τέσσερα αυτά, θα αξιωνόμουν να βρω σ’ αυτά νόημα
γραμματικώς σωστό. Όλη η εργασία μου όμως έγινε ματαίως, διότι σέ κανένα
από τά τέσσερα βιβλία πού συνέκρινα δεν μπόρεσα να βρω το τέλειο εκείνο
νόημα.
Όταν βασανίστηκα τόσες φορές,
τότε κατάλαβα ότι ματαίως κουράζομαι να διορθώσω υποθετικώς σλαβικά
βιβλία από σλαβικά. Άρχισα λοιπόν επιμόνως να εξετάζω από που υπάρχει
στα σλαβικά βιβλία μία τέτοια ανεξήγητη ασάφεια και φτώχεια στην
ορθότητα της Γραμματικής. Και σύμφωνα με τις δυνατότητες του αδύναμου
νου μου βρήκα ότι δύο είναι οι αιτίες αυτής της πραγματικότητας: Η πρώτη
είναι η αδεξιότητα των αρχαίων μεταφραστών στη μετάφραση από την
ελληνογραικική στη σλαβική γλώσσα, δεύτερη δέ η αδεξιότητα και η ραθυμία
των άπειρων αντιγραφέων. Και τότε απογοητεύθηκα τελείως, βλέποντας στα
σλαβικά πατερικά βιβλία πώς αποδίδεται το αληθινό και σωστό νόημα πού
υπάρχει στα ίδια ελληνογραικικά βιβλία.
Όταν κατά την πολυετή παραμονή
μου στο Αγιον Όρος έμαθα να μιλώ σε κάποιο βαθμό στην ελληνική γλώσσα,
έλαβα την απόφαση ακόμη περισσότερο, με πόνο καρδιάς, να αναζητήσω τά
ελληνογραικικά πατερικά βιβλία, με την ελπίδα με αυτά να διορθώσω τά
σλαβικά. Και ενώ ρωτούσα επανειλημμένως σε πολλά μέρη, δεν μπορούσα να
τά βρω. Έτσι πήγα στη μεγάλη Σκήτη της Αγίας ’Άννης της Μονής της
Λαύρας, στα Καυσοκαλύβια, στη Σκήτη τού Αγίου Δημητρίου της Μονής
Βατοπεδίου και στις υπόλοιπες σκήτες και μοναστήρια, παντού όμως, όπου
ρωτούσα διακεκριμένα άτομα και έμπειρους πνευματικούς γέροντες και
συνεπείς μοναχούς για τά πατερικά βιβλία με το όνομά τους, πουθενά δεν
μπόρεσα βρω τέτοια, αλλά από όλους λάμβανα την ομόφωνη απάντηση: «Εμείς
έως και σήμερα όχι μόνο δεν γνωρίζουμε τέτοια βιβλία, αλλά ούτε και
ακούσαμε το όνομα αυτών των Αγίων». Λαμβάνοντας τέτοια απάντηση, ο Θεός
μόνο γνωρίζει σέ τι θλίψη βυθίστηκα, σκεπτόμενος ότι από μοναχούς πού
επιλέχτηκαν από τον Θεό για να ζήσουν σέ τέτοιον άγιο τόπο, όπου έζησαν
πολλοί μεγάλοι και τέλειοι άγιοι, δεν αξιώθηκα όχι μόνο να βρω τά τόσο
επιθυμητά από εμένα ιερά εκείνα βιβλία, αλλά ούτε και το όνομα των Αγίων
εκείνων από κανέναν δεν άκουσα. Αυτός ήταν ο λόγος πού έπεσα σέ όχι
μικρή θλίψη.
Όλη μου την ελπίδαόμως για την
ανεύρεση τέτοιων βιβλίων την εναπόθεσα στον Θεό και παρακαλούσα την
ανέκφραστη φιλανθρωπία Του, με τους τρόπους που Αυτός γνωρίζει, ως
παντοδύναμος και πανίσχυρος, να με αξιώσει να βρω τέτοια βιβλία. Ο Θεός
λοιπόν, ό πανεύσπλαχνος, δεν παρέβλεψε τη διακαή μου επιθυμία για την
απόκτηση πατερικών βιβλίων στην έλληνογραικική γλώσσα και με αξίωσε, με
την απερίγραπτη πρόνοιά Του, να βρω τέτοια βιβλία και να αποκτήσω έναν
αριθμό από αυτά με τον ακόλουθο τρόπο.
Κάποια φορά πού πήγαινα μαζί
με δύο αδελφούς από την Ιερά και Μεγάλη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου στη
Σκήτη της Αγίας Άννης, φθάσαμε στην κορυφή τού βουνού του Αγίου Προφήτου
Ηλιού, η οποία είναι το ένα τρίτο στο ύψος του μεγάλου, υψηλότατου
Αγίου Άθω. Κάτω από το βουνό αυτό, σε υψηλότατη θέση, από τη μεριά πού
είναι προς τη θάλασσα, βρίσκεται μία σκήτη του Αγίου Βασιλείου του
Μεγάλου, η οποία ιδρύθηκε πριν από λίγο καιρό από μοναχούς πού ήρθαν από
την Καισάρεια της Καππαδοκίας σέ μέρος πολύ άγριο, το όποιο δεν έχει
νερό ούτε και πηγή . Εξαιτίας αυτού η σκήτη δεν έχει ούτε αμπέλια, ούτε
ελαιόδεντρα, ούτε σύκα, ούτε κήπους, ούτε και κανένα άλλο εφόδιο για την
επιβίωση, παρά μόνο το νερό της βροχής πού καλύπτει τις ανάγκες της
αδελφότητας.
Μάς δημιουργήθηκε λοιπόν η
επιθυμία να πάμε στη σκήτη αυτή, χάρη και προσκύνησης, αλλά και για να
επισκεφτούμε αυτόν τον τόπο, στον όποιο δεν είχαμε πάει έως τότε.
Φθάσαμε λοιπόν στη σκήτη και καθίσαμε κοντά στον ιερό ναό, οπότε μάς
είδε ένας ευλαβής μοναχός, ο οποίος μας άνοιξε τον ναό, και μετά την
προσκύνηση του ναού και των ιερών εικόνων, βγήκαμε έξω, οπότε μας κάλεσε
με αγάπη στο κελί του και βγήκε να πάει να μας ετοιμάσει γεύμα και να
μάς ξεκουράσει από την οδοιπορία.
Καθώς κοίταζα το τραπεζάκι
πού ήταν κοντά στο παράθυρο, είδα να βρίσκεται εκεί ανοικτό ένα βιβλίο
από το όποιο αντέγραφαν ένα άλλο. Ό αντιγραφέας ήταν τεχνίτης
καλλιγράφος, καθώς δέ κοίταζα το βιβλίο είδα ότι ήταν του Αγίου Πέτρου
του Δαμασκηνού. «Όταν το κοίταξα καλά, δεν μπορώ να πω πόση γέμισα
ανέκφραστη πνευματική χαρά, αισθανόμενος ότι αξιώθηκα να αντικρίσω στη
γη ουράνιο θησαυρό. Όταν επέστρεψε ο μοναχός στο κελί, άρχισα με μεγάλη
χαρά και απερίγραπτη έκπληξη να τον ρωτώ, από πού, πέρα από κάθε
προσδοκία μου, βρήκε η οσιότητά
του ένα τέτοιο βιβλίο. Αυτός μου είπε ότι υπάρχει και άλλο βιβλίο του
ίδιου Αγίου, το όποιο έχει είκοσι τέσσερα κεφάλαια σέ αλφαβητική σειρά.
Όταν τον ρώτησα αν έχουν και άλλα παρόμοια βιβλία, μου είπε ότι υπάρχουν
τά ακόλουθα: τού Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, του Αγίου Γρηγορίου του
Σιναΐτου, όχι όμως όλα, του Αγίου Φιλοθέου, του Αγίου Ησυχίου, τού Αγίου
Διαδόχου, του Αγίου Θαλασσίου, του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου,
Λόγος περί προσευχής, του Αγίου Νικηφόρου του Μοναχού, Λόγος περί
προσευχής, το βιβλίο του Αγίου Ησαΐα, και άλλα παρόμοια βιβλία. Του
Αγίου Νικήτα του Στηθάτου, «σε εμάς», είπε, «υπάρχουν μόνο είκοσι δύο
κεφάλαια, αλλά ολόκληρο το βιβλίο υπάρχει μόνο στις βιβλιοθήκες τών
μεγάλων μοναστηριών». Όταν τον ρώτησα γιατί εγώ, ενώ με πόνο καρδιάς
αναζητούσα αυτά τά βιβλία, δεν τά βρήκα και, ενώ ρωτούσα πολλά αξιόλογα
πρόσωπα, δεν αξιώθηκα ούτε να ακούσω καν γι’ αυτά, αυτός μου απάντησε:
«Η αιτία, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι αυτά τά βιβλία είναι γραμμένα
στην πιο καθαρή ελληνογραικική γλώσσα, την οποία στην εποχή μας έκτος
από τούς μορφωμένους ανθρώπους ελάχιστοι την καταλαβαίνουν, οι
περισσότεροι δέ δεν την καταλαβαίνουν καθόλου. Αυτός είναι ο λόγος πού
τά βιβλία αυτά περιήλθαν σχεδόν σέ τέλεια λήθη, γι’ αυτό και εσύ, ενώ
ρωτούσες γι’ αυτά, δεν αξιώθηκες ούτε να ακούσεις κάτι σχετικό».
Οι μοναχοί της σκήτης αυτής,
ενόσω ακόμη ζούσαν στη χώρα τους, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, είχαν
ακούσει αρκετά γι’ αυτά τά βιβλία, όταν δέ ήρθαν στο Άγιον Όρος, με πολύ
κόπο και χρόνο και με δαπάνη όχι μικρή, από όσα εισέπρατταν από το
εργόχειρο τους, πληρώνοντας μορφωμένα πρόσωπα, έμαθαν όχι μόνο την απλή
αλλά και αυτή την αρχαία ελληνική γλώσσα, με τη βοήθεια δέ του Θεού
βρήκαν σέ κάποια μοναστήρια τέτοια βιβλία, τά οποία αντιγράφουν και
διαβάζουν και, το κατά δύναμη, ωφελούνται και στην πράξη από τη
διδασκαλία τους. Όταν τα άκουσα αυτά χάρηκα πολύ με χαρά ανέκφραστη,
διότι βρήκα στη γη ουράνιο θησαυρό. Άρχισα λοιπόν να τον ικετεύω θερμά,
χάρη της αγάπης του Θεού, να αντιγράψει και για μένα παρόμοια βιβλία,
υποσχόμενος να τού πληρώσω ό,τι τιμή θελήσει για τον κόπο του.
Αυτός όμως, έχοντας ο ίδιος
πολλά να αντιγράψει, με παρέπεμψε σέ άλλον καλλιγράφο, ο όποιος ζούσε
στην ίδια σκήτη. Τον ικέτευσα και αυτόν εγκαρδίως να μου αντιγράψει
πατερικά βιβλία, υποσχόμενος να τον πληρώσω στο τριπλάσιο. Αυτός, χάρη
της αγάπης του Θεού, και βλέποντας τη θερμή μου επιθυμία για την
απόκτηση τέτοιων βιβλίων, δεν δέχθηκε να πληρωθεί στο τριπλάσιο, αλλά
υποσχέθηκε μόνο στην κανονική τιμή, μολονότι δέ είχε πολλά να
αντιγράψει, εντούτοις θα έκανε ό,τι μπορούσε για να αντιγράψει έστω και
μέρος αυτών τών βιβλίων. Έτσι δύο χρόνια και κάτι πριν να εγκαταλείψουμε
το Αγιον Όρος, ο καλλιγράφος εκείνος άρχισε να αντιγράφει με όση δύναμη
είχε το χέρι του και αντέγραψε ένα μέρος των τόσο επιθυμητών σέ εμένα
βιβλίων, τα οποία δεχθήκαμε σαν δώρο του Θεού, σταλμένο σέ εμάς από τον
ουρανό, και βγήκαμε από το Άγιον Όρος Άθω, χάρη ευκολότερης εξυπηρέτησης
στις εδώ χώρες των απαραίτητων αναγκών μας για τη διατροφή της
αδελφότητάς μας.
Όταν εγκατασταθήκαμε λοιπόν στην
Ιερά Μονή της Ντραγκομίρνα, άρχισα να σκέπτομαι έντονα και να φροντίζω
με ποιο τρόπο θα μπορούσα ή να προβώ σε διόρθωση των σλαβικών πατερικών
βιβλίων ή να αρχίσω να κάνω από την αρχή μεταφράσεις από την αρχαία
ελληνική γλώσσα. Και άρχισα το έργο κατά τον εξής τρόπο: Ως οδηγό μου
έθεσα τη μετάφραση των πατερικών έργων στη μολδαβική γλώσσα. Ήταν αυτά
που είχαν μεταφράσει στη μητρική τους μολδοβλαχική γλώσσα, από τα
ελληνικά πού είχα εγώ παραγγείλει στο Άγιον Όρος, οι αγαπημένοι μας
αδελφοί, ιερομόναχοι Μακάριος και Ιλαρίων ο Διδάσκαλος , οι οποίοι ήταν
μορφωμένοι άνθρωποι και έμπειροι μεταφραστές. «Ένα μέρος αυτών των έργων
είχε μεταφράσει ο αδελφός Μακάριος, ενόσω ήταν ακόμη στο Άγιον Όρος
Άθω, ένα δέ μέρος όταν ήρθαμε στην Ντραγκομίρνα. Επίσης και ο αξιότιμος
διδάσκαλος Ιλαρίων μετέφρασε ένα μέρος αυτών στο μοναστήρι μας στην
Ντραγκομίρνα. Μολονότι έκρινα ότι, χωρίς καμία αμφιβολία, αυτή η
μετάφρασή τους έπρεπε να είναι κατά πάντα ακριβής, ωστόσο άρχισα να
διορθώνω τις παλιές μεταφράσεις από τά Αρχαιοελληνικά στη σλαβική γλώσσα
και άλλα να τά μεταφράζω εξ υπαρχής, λαμβάνοντας προσεκτικά υπόψη και
τά Αρχαιοελληνικά πού είχαν αντιγραφεί για εμένα στο Άγιον Όρος. Έτσι
μετέφρασα έκ νέου τά εξής βιβλία : Του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, του
Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, του Αγίου Ησυχίου, του Αγίου Φιλοθέου,τ ου
Αγίου Νείλου του Σιναΐτου, Περί προσευχής, του Αγίου Ήσαΐου του
Άναχωρητού, Κεφάλαια περί προσευχής, και του Αγίου Θαλασσίου. Από αυτά,
τά οποία είχαν μεταφρασθεί στο παρελθόν, διόρθωσα τά εξής: Του Αγίου
Διαδόχου, του Αγίου Μακαρίου το δεύτερο, του Αγίου Ισαάκ, του Αγίου
Γρηγορίου του Σιναΐτου, του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου τον Λόγο περί
προσευχής και προσοχής, του Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου, Περί λογισμών,
και τον Λόγο περί διακρίσεως και τα λοιπά.
Το έτος 1774 ήρθε από το Άγιον
Όρος στην Ντραγκομίρνα (ενώ ακόμη βρισκόμασταν εκεί) ένας Έλληνας
μοναχός, ονομαζόμενος Κωνστάντιος. Αυτός έφερε μαζί του ένα ελληνικό
βιβλίο, το οποίο είχε αντιγράψει ο ίδιος με το χέρι του και περιλάμβανε
μεγάλο αριθμό πατερικών έργων . Περιλαμβάνονταν σ’ αυτό μερικά έργα τά
όποια έως τότε δεν είχα δει σέ σλαβική γλώσσα, τά οποία αυτός, μετά από
επίμονο αίτημά μου τά αντέγραψε με το χέρι του.
Επειδή όμως δεν είχε καθόλου
διδαχθεί τη γραμματική, γι’ αυτόν τον λόγο, όπως στο δικό του βιβλίο
έτσι και σ’ αυτό πού αντέγραψε για εμάς, εξαιτίας της απειρίας στην
ορθογραφία, έκανε πάμπολλα, αναρίθμητα λάθη. Πραγματικώς έτσι ανακάλυψα
τον χρυσό των λόγων των πατέρων, βουτηγμένο μέσα στο έλος της
ανορθογραφίας, τον οποίο όμως, ακόμη και από τα καλώς καταρτισμένα
άτομα, ποιό μπορεί να τον καθαρίσει, χωρίς να έχει αξιόπιστα
αρχαιοελληνικά πρωτότυπα; Από τά έργα λοιπόν, πού με λάθη αντέγραψε
εκείνος ο Κωνστάντιος, μετέφρασα τα εξής: Του Αγίου Μάρκου του
Νηστευτού, του Αγίου Θεοδώρου του Εδέσσης και του Αγίου Νικήτα του
Στηθάτου τα Τριακόσια κεφάλαια, τα οποία έργα, περισσότερο από όλα πού
αναφέρθηκαν, δεν προσφέρονται τώρα όχι μόνο για εκτύπωση, αλλ’ ούτε και
για να αντιγραφούν σε άλλο μοναστήρι, εάν προηγουμένως δεν διορθωθούν με
βάση αξιόπιστα έντυπα ή χειρόγραφα πρωτότυπα.
Έτσι, ύστερα από πολύ καιρό, όταν ήδη με τη χάρη του Θεού άρχισα σ’ αυτή την προσπάθεια να φθάνω σέ κάποια μεγαλύτερη βελτίωση,
βρήκα και στα μεταφρασμένα από εμάς
(δηλαδή σέ συνεργασία με τούς αδελφούς πού προανέφερα) πολλά λάθη και
τότε κάποια από αυτά τά μετέφρασα και για δεύτερη φορά. Αλλά και πάλι
βρίσκονται μακριά από μία σωστή διόρθωση. «Όπως επίσης βρίσκονται και τα
ίδια εκείνα αρχαιοελληνικά που αντιγράφηκαν για εμένα στο Άγιον Όρος,
διότι εξαιτίας της τότε απειρίας μου νόμιζα ότι δεν είχαν καθόλου λάθη.
Σέ πολλά σημεία ανακαλύφθηκε πλήθος ορθογραφικών λαθών, τα οποία όμως,
όπως είπα, χωρίς αξιόπιστα Αρχαιοελληνικά ήταν αδύνατο να διορθωθούν.
Παρουσίασα λοιπόν ολοκάθαρα
στην οσιότητά σου ποιά ήταν η προσπάθειά μου για τη διόρθωση των
σλαβικών πατερικών έργων από τά Αρχαιοελληνικά, ή και για την έκ νέου
μετάφρασή τους στη σλαβική γλώσσα. Το έργο αυτό ήταν υπεράνω των
δυνάμεών μου, λόγω δέ της προαναφερθείσας αιτίας δεν έχει ακόμη
περατωθεί. Γι’ αυτό λοιπόν τώρα, όχι μόνο για εκτύπωση, άλλ’ ούτε και
για αντιγραφή σέ άλλο μοναστήρι δεν επιτρέπεται να δοθούν, προτού
διορθωθούν τελείως με βάση τά αρχαίο- ελληνικά πρωτότυπα. Αυτός είναι ο
λόγος για τον όποιο δεν μπόρεσα με κανέναν τρόπο να αποστείλω τέτοια
έργα στην οσιότητά σου, για να τυπωθούν ή να αντιγραφούν. Φοβούμαι μήπως
παραβιάσω τη χριστιανική και μοναχική μου συνείδηση εάν, για ένα έργο
ατελές, την ή μέρα της φοβεράς κρίσεως του Θεού η ψυχή μου καταδικαστεί.
Εάν η όσιότης σας, κατά την εντολή του Χριστού, έχει έστω και σταγόνα
αληθινής, άσβεστης έως τώρα αγάπης, τότε δεν θα πρέπει να εκλάβετε τη μή
αποστολή από μέρους μου πατερικών έργων ως σημείο εχθρότητας ή έλλειψης
φιλίας, ή ότι εγώ από φθόνο δεν θέλω το γενικό καλό όσων επιθυμούν να
σωθούν και να ωφεληθούν από αυτά τά βιβλία. Να μην μου δώσει ο σωτήρας
Χριστός τέτοια αφροσύνη!
Με τη χάρη του Θεού, εκτός
από τον λόγο πού περιέγραψα, δεν βλέπω στην ψυχή μου άλλο λόγο για τη μή
αποστολή προς εσάς των πατερικών έργων.
Ο πανιερώτατος κυρ Μακάριος, πρώην
Μητροπολίτης Κορίνθου, από τη νεανική του ακόμη ηλικία, Θεού
συνεργούντος, είχε τόση απερίγραπτη αγάπη για τά πατερικά συγγράμματα,
τα αναφερόμενα στη νήψη και την προσοχή του νοός, την ησυχία και τη
νοερά προσευχή, ήτοι τη διά του νοός τελούμενη στην καρδιά τών
εργαζόμενων αυτήν, ώστε όλη του τη ζωή να την αφιερώσει στην αναζήτησή
τους και με το φίλεργο χέρι του, ως εμπειρότατος στη θύραθεν παιδεία και
χωρίς φειδώ σέ έξοδα, παράγγειλε την αντιγραφή τους.
Όταν ήρθε λοιπόν στο Αγιον
Όρος, και με ανεκτίμητο ζήλο και μεγάλη επιμέλεια ερεύνησε τις
βιβλιοθήκες των μεγάλων μοναστηριών, βρήκε τέτοια συγγράμματα πού
προηγουμένως δεν τά είχε αποκτήσει. Προπάντων όμως στη βιβλιοθήκη της
πανένδοξης και μεγίστης Μονής Βατοπεδίου ανακάλυψε ανεκτίμητο θησαυρό,
δηλαδή βιβλίο περί ενώσεως του νοός μετά του Θεού, συλλογή από όλους
τους άγιους, πού είχε γίνει σέ αρχαίους χρόνους από μεγάλους ζηλωτές,
και άλλα περί προσευχής συγγράμματα, για τά οποία εμείς ακόμη μέχρι και
σήμερα δεν είχαμε ακούσει . Αυτά, με τη βοήθεια εμπειροτάτων αντιγραφέων
και με μεγάλη δαπάνη, μέσα σε λίγα χρόνια τά αντέγραψε και με μέγιστη
επιμέλεια τα διάβασε ο ίδιος από το πρωτότυπο και τά διόρθωσε εγκύρως.
Στην αρχή δέ του κάθε συγγράμματος έγραψε και τους βίους όλων των Αγίων
συγγραφέων των έργων αυτών. Τότε αναχώρησε από το Αγιον Όρος με ανείπωτη
χαρά, σαν να είχε βρει στη γη ουράνιο θησαυρό, και, αφού ήρθε στην
ένδοξη μικρασιατική πόλη Σμύρνη, τα απέστειλε στη Βενετία με πολλά
χρήματα, τά οποία συνέλεξε από ελεημοσύνες χριστιανών. Έστειλε τριάντα
έξι πατερικά έργα, με αυτά δέ συναριθμείται και το έργο του Αγίου
Καλλίστου του δευτέρου, περί του όποιου μαρτυρεί ο άγιος Συμεών
Θεσσαλονίκης.
Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών
Η εγκυκλοπαίδεια του Ορθόδοξου Ησυχασμού
Όταν το 1981 η Ελλάς έγινε
επίσημο μέλος της τότε ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα), μία γαλλική
εφημερίδα χαιρέτισε το γεγονός με τίτλο που ίσως ξάφνιασε τότε πολλούς
συμπατριώτες μας και σίγουρα σήμερα θα περιήγαγε πολλούς από εμάς σε αμηχανία:
Η Ευρώπη υποδέχεται τη χώρα της «Φιλοκαλίας».
Ποια είναι όμως η «Φιλοκαλία»,
που έπεισε Γάλλους δημοσιογράφους να την συνδέσουν με την Ελλάδα ωσάν να πρόκειται
για επίτευγμα μοναδικό συγκρίσιμο μόνον με τις πολιτισμικές κορυφώσεις του
κλασικού Ελληνισμού;
Η Φιλοκαλία αντιπροσωπεύει μια μοναδική εγκυκλοπαίδεια του ορθόδοξου φιλοκαλικού ήθους, όπου αποθησαυρίζεται η υπερδισχιλιετής εμπειρική και εν ταυτώ χαρισματική μέθοδος διά της οποίας μυσταγωγείται η θεραπευτική αποκατάσταση του ανθρώπου στο αρχέγονο κάλλος εντός του σώματος του Χριστού. Η Φιλοκαλία εμπερικλείει τον εκλεκτότερο τρυγητό του «πολιτισμού της θεώσεως», τον οποίο χαριτώθηκε από τον Τριαδικό Θεό να καλλιεργήσει το Βυζάντιο – Ρωμανία στη συνέχεια της προφητικής παράδοσης του αρχαίου Ισραήλ. Πιο συγκεκριμένα, το έργο αποτελεί μια συλλογή ασκητικών νηπτικών κειμένων, προερχομένων από μία περίοδο περίπου χιλίων ετών (4ος -15ος αιώνας), στα οποία περιγράφεται εμπειρικά η ασκητική μέθοδος καθάρσεως και φωτισμού του νου, καθώς και απόκτησης των θεοποιών αρετών, με κέντρο τον μανικό έρωτα προς τον Θεό, όπως ιδίως εκφράζεται διά της περίφημης αδιαλείπτως αυτενεργούσας στην καρδιά προσευχής.
Εκδότες-συμπιλητές των κειμένων
αυτών υπήρξαν δύο «πατριάρχες» του ρεύματος της νεοησυχαστικής αναγέννησης που
συγκλόνισε την Ορθόδοξη Εκκλησία από το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα
και εντεύθεν και έμελε να πολιτογραφηθεί στην ιστορία ως κολλυβαδικό κίνημα. Πρόκειται για
τους αγίους Νικόδημο Αγιορείτη και Μακάριο πρώην Κορίνθου. Το έργο εκδόθηκε στη Βενετία το 1782 σε πέντε τόμους και είχε τον
τίτλο:
Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν συνερανισθεῖσα παρὰ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων, ἐν ᾗ διὰ τῆς κατὰ τὴν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται, τελειοῦται.
Η όλη εργασία διήρκεσε από το 1774-1778. Την
σχετική πρωτοβουλία θα πρέπει να είχε ο άγιος Μακάριος, ο οποίος ταξίδευσε στο
Άγιον Όρος προς αναζήτηση πατερικών κειμένων στις βιβλιοθήκες των αθωνικών
Μοναστηρίων. Καρπός της αναζήτησης αυτής υπήρξε μεταξύ άλλων και η ανακάλυψη δύο πολύτιμων χειρογράφων
(κώδ. 605 και 262 της ιεράς Μονής Βατοπεδίου) τα οποία, ανάμεσα σε άλλα,
περιέχουν και νηπτικά συγγράμματα. Τα κείμενα αυτά απετέλεσαν τον πυρήνα της
μετέπειτα Φιλοκαλίας. Όσον αφορά τώρα
την επιμέλεια της έκδοσης, ήταν ο
άγιος Νικόδημος αυτός που συνέταξε το προοίμιο της εκδόσεως, καθώς και τους
σύντομους βίους των συγγραφέων αγίων που εκπροσωπούνται στη συλλογή. Ο άγιος
Νικόδημος ακόμη εξασφάλισε και την χρηματοδότηση του έργου από τον Ιωάννη
Μαυρογορδάτο, τον οποίο συνάντησε για το σκοπό αυτό στη Σμύρνη. Η συλλογή αυτή έμελε να γνωρίσει μεγάλη
διάδοση και να συμβάλει τα μέγιστα στην ησυχαστική αναγέννηση όχι μόνον του
ελληνικού αλλά και του σλαβικού ορθόδοξου κόσμου χάρη στην μετάφρασή της στη
σλαβωνική από τον όσιο Παϊσιο Βελιτσκόφσκι, ο οποίος εξάλλου είχε ξεκινήσει ήδη
από το 1747 την αναζήτηση παλαιών συγγραμμάτων στις αθωνικές Μονές.
Σλαβωνική Φιλοκαλία
Ο άγιος Παΐσιος Βελιτσκόφκι θα μεταφράσει στην σλαβωνική το μαγαλύτερο μέρος από την Φιλοκαλία
(«Добротолюбие»,
«Ντομπροτολιούμπιε»). Το έργο θα εκδώσει στη Ρωσία μετά από σχετική άδεια της
συνόδου της ρωσικής Εκκλησίας στις αρχές του 1793 (ένας τόμος σε τρία μέρη) ο
ηγούμενος της Μονής Βαλαάμ (Valamo)
Ναζαρίας. Από την Φιλοκαλία του
Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, η οποία αποτελεί μετάφραση της συλλογής που
εξέδωσαν οι άγιοι Νικόδημος και Μακάριος, πρέπει να διακρίνουμε την λεγόμενη
ρωσική Φιλοκαλία, που επιμελήθηκε και
εξέδωσε μεταξύ των ετών 1876-1890 στη Ρωσία ο Θεοφάνης ο Έγκλειστος
(1815-1894).
ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ
Ο
18ο αιώνας ήταν μια περίοδος σταθμός στην πορεία του Έθνους μας. Ήδη
ζούσαμε σχεδόν 400 χρόνια της Τουρκοκρατίας και το ποτήρι των δεινών
είχε ξεχειλίσει και έσταζε κυριολεκτικά αίμα ελληνικό από τις
ταπεινώσεις, τους διωγμούς , τις σφαγές, τον βίαιο εξισλαμισμό και όλα
όσα επακολουθούν μια σκλαβιά σε ένα λαό αλλόθρησκο απολίτιστο με
πολεμοχαρή και βαρβαρική διάθεση.Το χειρότερο όμως ήταν ότι το έθνος μας
απειλούνταν και από ένα χειρότερο κακό, την πνευματική νέκρωση και κατά
συνέπεια την ολοκληρωτική εξαφάνιση από την ιστορία, διότι εξαιτίας των
παραπάνω αιτιών που αναφέραμε είχε κυριαρχήσει στο βασανισμένο γένος
μας η ημιμάθεια και η αγραμματοσύνη, σε πολλές περιοχές οι ορθόδοξοι
Έλληνες δεν είχαν την ευχέρεια να τελούν απρόσκοπτα την λατρεία τους η
αυτό γινόταν το πολύ μια με 2 φορές το χρόνο. Ο αγώνας για επιβίωση από
τον δυνάστη και η λησμονιά που φέρνει ο χρόνος σε καιρούς δύσκολους
έκαναν τον Έλληνα Ευάλωτο που να ξεχνά πατρίδα και θρησκεία στις
πιέσεις των Οθωμανών κατακτητών από την μία και θύμα των αιρετικών
διδασκαλιών από τους Καθολικούς και Προτεστάντες που με την άδεια των
Τούρκων αλώνιζαν την ελληνική επικράτεια εκείνη την περίοδο.
Ο
Πανάγαθος και Πολυεύσπλαχνος Θεός ο Σταυρωθείς και Αναστάς για την
σωτηρία μας από άπειρη αγάπη για τον άνθρωπο δεν υπήρχε περίπτωση να μας
άφηνε έρμαια στην επιβουλή μιας άτυχης και ζοφερής ιστορικής
συγκυρίας. Αναδεικνύει λοιπόν από το περιβόλι της Εκκλησίας αγιασμένους
άνδρες που ως άνθη ευλογημένα και ευωδιαστά κάρπισαν έργα θεάρεστα και
αύξησαν το τάλαντο τους. Αυτούς στέλνει Ο Θεός στο γένος μας για το
παρηγορήσουν ,να το νουθετήσουν , να το παιδεύσουν , να το μορφώσουν, να
το αφυπνίσουν , να το επιπλήξουν πνευματικά αν χρειαστεί για να το
οδηγήσουν στην λησμονημένη οδό της ορθοδοξίας και στην εθνική
αυτοσυνειδησία. Οι δυσκολίες πολλές αφενός το άγρυπνο βλέμμα του
κατακτητή αφετέρου η τραχύτητα στις ψυχές των ανθρώπων. Από τη μία
εξωτερικοί εχθροί με την δυτική προπαγάνδα που ως λύκοι έτοιμοι να
κατασπαράξουν τις ψυχές των ελλήνων ορθοδόξων , από την άλλη εσωτερικοί
εχθροί εντός του Έθνους μας που με επιμονή στον εγωισμό και τα
συμφέροντά τους, τούς ειρωνευόταν και τους διώκανε για να σιγήσουν και
να αφήσουν τον λαό στην άγνοια και στην απώλεια.
Το έργο τιτάνιο, πώς να αναστηθεί ένας λαός που ήταν αλειτούργητος, αλιβάνιστος με ηθικό πεσμένο χωρίς ελπίδα και μέλλον και ταυτόχρονα τόσα προσκόμματα και κίνδυνο της ζωής τους ακόμα υφίστατο;Τους περιέπαιζαν και τους λέγανε κοροϊδευτικά «ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ» διότι συν τοις άλλοις επεσήμαναν το λειτουργικό ατόπημα της τέλεσης μνημόσυνου με κόλλυβα στην Δεσποτική και Αναστάσιμη ημέρα της Κυριακής αντί του Σαββάτου. Με γνώμονα την Παράδοση της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας που όχι απλώς σπουδάσανε αλλά ζούσανε στην καθημερινότητά τους νουθετούσαν στα νάματα της Ορθοδοξίας και της Ορθοπραξίας στα λειτουργικά και όχι μόνο δρώμενα
Το έργο τιτάνιο, πώς να αναστηθεί ένας λαός που ήταν αλειτούργητος, αλιβάνιστος με ηθικό πεσμένο χωρίς ελπίδα και μέλλον και ταυτόχρονα τόσα προσκόμματα και κίνδυνο της ζωής τους ακόμα υφίστατο;Τους περιέπαιζαν και τους λέγανε κοροϊδευτικά «ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ» διότι συν τοις άλλοις επεσήμαναν το λειτουργικό ατόπημα της τέλεσης μνημόσυνου με κόλλυβα στην Δεσποτική και Αναστάσιμη ημέρα της Κυριακής αντί του Σαββάτου. Με γνώμονα την Παράδοση της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας που όχι απλώς σπουδάσανε αλλά ζούσανε στην καθημερινότητά τους νουθετούσαν στα νάματα της Ορθοδοξίας και της Ορθοπραξίας στα λειτουργικά και όχι μόνο δρώμενα
Ο Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, ένας μεγάλος ησυχαστής Πατέρας Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) υπήρξε μια μεγάλη μορφή του
μοναχισμού που έζησε μερικά χρόνια στο Άγιον Όρος και εκφράσθηκε στις
σλαβικές χώρες, και κυρίως στην Ουκρανία, την Μολδαβία και την Βλαχία,
αλλά επεκτάθηκε σε όλο τον χώρο των Βαλκανίων, της Ρωσίας και σε άλλες
περιοχές.
Πρόκειται για μια εκπληκτική προφητική φυσιογνωμία στον χώρο του μοναχισμού τον 18ο αιώνα που επανέφερε τον μοναχισμό των Βαλκανίων και της Ρωσίας στις πατερικές αρχαίες πηγές του, αφού ο μοναχισμός είχε αλλοιωθή από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν επί Μεγάλου Πέτρου, όταν εισέρρευσε στην Ρωσία το δυτικό, διαφωτιστικό και ρομαντικό πνεύμα της Δύσεως.
Από τις μελέτες μου εγνώριζα γενικά για την δράση και την διδασκαλία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, και κυρίως ότι έζησε για ένα χρονικό διάστημα στο Άγιον Όρος, και ότι μετέφρασε στα ρωσοσλαβονικά κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που κάνουν λόγο για την ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, για την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την θέωση, δηλαδή κείμενα που απαρτίζουν την γνωστή «Φιλοκαλία».
Δεν αρκέσθηκε, όμως, στο να ανακαλύψη και να μεταφράση αυτά τα σημαντικά κείμενα, αλλά έκανε και πρακτική εφαρμογή τους, με αποτέλεσμα να προσελκύση πολλούς μοναχούς που επιθυμούσαν να ζήσουν αυτήν την ησυχαστική παράδοση και στους οποίους και την δίδαξε γενόμενος πνευματικός τους διδάσκαλος στην ησυχαστική ζωή.
Πρόκειται για μια εκπληκτική προφητική φυσιογνωμία στον χώρο του μοναχισμού τον 18ο αιώνα που επανέφερε τον μοναχισμό των Βαλκανίων και της Ρωσίας στις πατερικές αρχαίες πηγές του, αφού ο μοναχισμός είχε αλλοιωθή από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν επί Μεγάλου Πέτρου, όταν εισέρρευσε στην Ρωσία το δυτικό, διαφωτιστικό και ρομαντικό πνεύμα της Δύσεως.
Από τις μελέτες μου εγνώριζα γενικά για την δράση και την διδασκαλία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, και κυρίως ότι έζησε για ένα χρονικό διάστημα στο Άγιον Όρος, και ότι μετέφρασε στα ρωσοσλαβονικά κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που κάνουν λόγο για την ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, για την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την θέωση, δηλαδή κείμενα που απαρτίζουν την γνωστή «Φιλοκαλία».
Δεν αρκέσθηκε, όμως, στο να ανακαλύψη και να μεταφράση αυτά τα σημαντικά κείμενα, αλλά έκανε και πρακτική εφαρμογή τους, με αποτέλεσμα να προσελκύση πολλούς μοναχούς που επιθυμούσαν να ζήσουν αυτήν την ησυχαστική παράδοση και στους οποίους και την δίδαξε γενόμενος πνευματικός τους διδάσκαλος στην ησυχαστική ζωή.
Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017
Ιεροδιάκονος Αρκάδιος Βατοπεδινός (1865 – 4 Σεπτεμβρίου 1934)
Ο κατά κόσμον Αστέριος Θεοδώρου
γεννήθηκε στο χωριό Σκουπιά της Αλώνης των Πριγκιπονήσων το 1865. Στη μονή
Βατοπεδίου προσήλθε το 1882 και το επόμενο έτος εκάρη μοναχός. Το 1887
χειροτονήθηκε διάκονος και το 1899 προήχθη σε προϊστάμενο της μονής. Στη μονή
μόναζε ο κατά σάρκα αδελφός του ιερομόναχος Γερμανός († 1932) και οι ανεψιοί
του Παντελεήμων και Νικόδημος.
Ήτο απόφοιτος της Ριζαρείου
Εκκλησιαστικής Σχολής και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Κατά τα έτη της
φοιτήσεως του στη Ριζάρειο συνεδέθη πνευματικώς μετά του αγίου Νεκταρίου. Τούτο
συνέτεινε ώστε η μονή να συνδράμει τις εκδόσεις του άγιου. Με εισήγηση του η
μονή ανέλαβε την έκδοση του σπουδαίου βιβλίου του αγίου Χρηστοήθεια. Στη μονή
σώζεται το πτυχίο του Αρκαδίου ως αποφοίτου της Ριζαρείου, όπου το 1905 ο άγιος
Νεκτάριος υπογράφει ως σχολάρχης.
Λόγω της μορφώσεώς του, του
πρότειναν πολλές φορές ανώτατα εκκλησιαστικά αξιώματα, αλλά πάντοτε τα
απέρριπτε λέγοντας ταπεινά:
«Εγώ δεν είμαι για τον κόσμο και αν βγω στον κόσμο,
όχι μόνο δεν θα βοηθήσω, αλλά θα χάσω και την ψυχή μου». Όταν κάποτε η αδελφή
του τον παρότρυνε να δεχθεί να μείνει μόνιμα στον κόσμο, γιατί θεωρούσε την
παραμονή του στη μονή μείωση και ζωντανό θάψιμο, ταπεινά της είπε: «Εγώ γι’
αυτό πήγα στη μονή, για να ταπεινωθώ, γιατί μόνο έτσι θα σωθώ».
Διετέλεσε δάσκαλος στο σχολείο της
μονής, έφορος της Αθωνιάδος Σχολής, αντιπρόσωπος στην Ιερά Κοινότητα, μέλος της
επιτροπής για τον καταρτισμό του Καταστατικού Χάρτου του Άγιου Όρους και για
μία τριακονταετία βιβλιοθηκάριος και αρχειοφύλακας της μονής του.
Παντού και
πάντοτε ήταν προσηνής, γλυκομίλητος, ευγενής και ταπεινός. Αν και λόγω της
μορφώσεώς του και των ερευνών του στα αρχεία της μονής, είχε γράψει αρκετές
μελέτες, κυρίως Ιστορικού περιεχομένου, ποτέ δεν τις δημοσίευσε με το όνομά
του, αλλά τις έδινε προς έκδοση στον φίλο του μητροπολίτη πρώην Λεοντουπόλεως
Σωφρόνιο Ευστρατιάδη. Έργο δικό του είναι και ο κατάλογος των χειρογράφων της
μονής Βατοπεδίου, καθώς και μία χειρόγραφη ιστορία της μονής.
Όταν το 1917 η Γεροντική Σύναξη
της μονής, για κάποιο σοβαρό θέμα, διχάσθηκε κι επήλθε μεγάλη αναστάτωση, ο
Γέροντας Αρκάδιος προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα και να ενώσει τις δύο
μερίδες. Όταν είδε ότι δεν τα καταφέρνει, προτίμησε ν’ αποσυρθεί στο μετόχι της
μονής, τον Άγιο Μάμα Χαλκιδικής, επί μία τετραετία, ώστε να περάσει ο πειρασμός
και να έλθει η ειρήνη. Όταν το 1922 ήλθαν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία στην
Ελλάδα, ο Γέροντας Αρκάδιος μερίμνησε να συγκεντρώσει τους πρόσφυγες της
ιδιαίτερης πατρίδος του και να τους εγκαταστήσει στο Βατοπεδινό Μετόχι στον
Πρόβλακα, ιδρύοντας το χωριό Νέα Ρόδα. Αρκετές φορές τους επισκεπτόταν,
στηρίζοντάς τους υλικά και πνευματικά, ώστε να μείνουν πιστοί στις
ελληνορθόδοξες αρχές μας. Η καρδιά του Γέροντος Αρκαδίου ήταν γεμάτη από
ταπείνωση και αγάπη. Αν και του προτάθηκε από την αδελφότητα να χειροτονηθεί
ιερεύς και αρχιμανδρίτης και να ηγηθεί της μονής, προτίμησε να πεθάνει ως απλός
ιεροδιάκονος, δίχως τιμές κι εξουσίες.
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 4.9.1934 κι
ετάφη στο κοιμητήρι της μονής. Το 1937 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τα
οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες πατέρων και συγγενών του, ευωδίαζαν. Δυστυχώς όμως
δεν προνόησαν να τα φυλάξουν κάπου ξεχωριστά και τα έθεσαν με το πλήθος των
άλλων οστών του κοιμητηρίου. ‘Ίσως και με τον τρόπο αυτό να εκπληρώθηκε η
επιθυμία του σεμνού Γέροντος, ώστε και μετά θάνατο να βιώνει την αφάνεια και
ταπείνωση, που τόσο αγάπησε, για να δοξασθεί στους ουρανούς.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως
Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄ –
1900-1955, σελ. 283-285, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





