Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Περί των τεσσάρων ειδών κοινωνίας με τον Θεό Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ



Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ
Περί των τεσσάρων ειδών κοινωνίας με τον Θεό στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Πατέρες και αδελφοί,
Η ένωσις και κοινωνία μας με τον Θεό σε γενικότερες γραμμές γίνεται με δύο τρόπους. Με την μυστική κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου και με την πνευματική κοινωνία. Ο δεύτερος τρόπος διαιρείται εν συνεχεία σε τρεις άλλους τρόπους. Γι’ αυτό, στον παρόντα λόγο με σας ομιλήσω γι’ αυτούς τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να κοινωνήσουμε και να ενωθούμε με τον Θεό, φέροντας μαρτυρίες από την Θεία Γραφή και τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων.
1. Η πρώτη και σπουδαιότερη κοινωνία μας με τον Χριστό γίνεται με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος Του. Ένας χριστιανός που δεν πιστεύει ότι το φαινόμενο ψωμί και κρασί είναι αληθώς το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας, είναι ένας αιρετικός και ξένος προς την αληθινή πίστι του Χριστού, ο Όποιος λέγει στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (6,55). «Η γάρ σάρξ μου αληθώς εστί βρώσις, και το αίμα μου αληθώς έστι πόσις». Ενώ ο Απόστολος Παύλος μας λέγει τα έξης: «Το ποτήριον της ευλογίας ο ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του αίματος του Χριστού έστι; τον άρτον ον κλώμεν, ουχί κοινωνία του σώματος του Χριστού έστιν;» (Α' Κορ. 10,16).
Όποιος λοιπόν κοινωνεί αναξίως, γίνεται ένοχος, όπως λέγει ο ίδιος ο Απόστολος, «Ος αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και του αίματος του Κυρίου» (Α' Κορ. 11,27). Ο χριστιανός όμως που κοινωνεί με φόβο, ευλάβεια και προετοιμασία, αξιώνεται αναρίθμητων δωρεών, στις όποιες οι σπουδαιότερες είναι οι έξης:
α) Ενώνεται με τον Χριστό κατά χάριν, διότι όπως λέγει το χωρίο: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ» (Ιωάν. 6,56)
β) Συμμετέχει στην αιώνιο ζωή, όπως λέγει το χωρίο: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον (Ιωάν. 6,54).
γ) Θα αναστηθή την ημέρα της κρίσεως, όπως λέγει το χωρίο: «Και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ενθ. ανωτ.).
δ) Δημιουργεί κατοικία ο Χριστός μέσα στην καρδιά μας, όπως λέγουν τα χωρία: «κατοικήσαι τον Χριστόν διά της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών» (Εφεσ. 3,17) και «εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμείς ότι εγώ εν τω πατρί μου και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν» (Ιωάν. 14,20) και άλλα.
ε) Όποιος κοινωνεί τον Χριστό έχει Αυτόν ζώντα μέσα του «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20), και «τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, μέχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν!» (Ενθ. ανωτ. 4,19).
στ) Προοδεύει και αυξάνεται στα πνευματικά έργα, κατά το χωρίο: «αληθεύοντες δε εν αγάπη αυξήσωμεν εις αυτόν τα πάντα, ος εστιν η κεφαλή, ο Χριστός» (Εφεσ. 4,15).
ζ) Καθαρίζει από αμαρτίες, αγιάζει, φωτίζει και χαρίζει την αιώνια ζωή. (Από την ευχή της Θ. Μεταλήψεως του αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού).
η) Επιφέρει τον αγιασμό σώματος και ψυχής, εκδιώκει τις φαντασίες και καθαρίζει από τα πάθη, δίνει παρρησία προς τον Θεό, φωτισμό και ενίσχυσι για την αύξησι των αρετών και την τελειότητα (6η ευχή Θ. Μεταλήψεως του αγίου Βασιλείου).
θ) Επιφέρει πνευματική χαρά, υγεία σώματος και ψυχής, κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας.
Αυτοί και άλλοι πολλοί ακόμη είναι οι πνευματικοί καρποί τους οποίους αποκτά ο πιστός που προσέρχεται συχνά και με καλή προετοιμασία στην Θεία Ευχαριστία. Αυτός που δεν προσέρχεται σ’ αυτό το Μυστήριο, ποτέ δεν θα μπορέση να προοδεύση στην εργασία των αρετών, διότι δεν παραμένει μέσα στον Χριστό και Εκείνος μέσα του, καθώς λέγει και ο Ίδιος: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15,4).
2) Ο δεύτερος τρόπος κοινωνίας και ενώσεως με τον Χριστό γίνεται με την προσευχή του Ιησού, κατά την οποία ο νους βυθίζεται στην καρδιά και εκεί λέγει συνεχώς το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό».
α) Η προσευχή που γίνεται με τον νου στην καρδιά έχει μεγάλη σημασία, διότι ενώνεται η ψυχή μας με τον Ιησού Χριστό και δι’ Αυτού με τον Πατέρα, διότι η μόνη οδός που οδηγεί στην ένωσι με τον Πατέρα είναι ο Χριστός, όπως λέγει ο Ίδιος: «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού» (Ιωάν. 14,6).
β) Η καρδιακή προσευχή προσφέρει την δυνατότητα στο Άγιο Πνεύμα να κατοικήση και εργασθή στην καρδιά μας και να ενωθούμε εμείς με το Πνεύμα. Αυτή η ένωσις με την ακατάπαυστη προσευχή ομοιάζει με την νύμφη που αγαπά πάρα πολύ τον Νυμφίο Χριστό και δεν θέλει ποτέ να αποχωρισθή απ’ Αυτόν.
3) Ο τρίτος τρόπος κοινωνίας με τον Δημιουργό Θεό μας γίνεται με την εφαρμογή των εντολών Του και την απόκτησι των αρετών.
α) Αυτή η συγκατοίκησις με τον Ιησού φανερώνεται στην Γραφή από τον Ιδιο, όταν λέγη: «Εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρά αυτώ ποιήσωμεν» (Ιωάν. 14, 23), ενώ σε άλλο κεφάλαιο λέγει: «ε¬άν τας εντολάς μου τηρήσητε μενείτε εν τη αγάπη μου, καθώς εγώ τας εντολάς του πατρός μου τετήρηκα και μένω αυτού εν τη αγάπη» (Ιωάν. 15,10).
β) Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης λέγει ότι η ομοιότης και ενωσίς μας με τον Θεό επιτελείται μόνο με την εφαρμογή των θείων εντολών (Λόγος περί σωτηριώδους γνώσεως).
γ) Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όσον άφορα την ένωσί μας με τον Θεό, λέγει: «Ο λόγος του Θεού και Πατρός ευρίσκεται μυστικά σε κάθε μία από τις εντολές Του, οπότε αυτός που δέχεται τον λόγο του Θεού δέχεται τον Θεό.
δ) Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ομιλώντας για την θέωσι του άνθρώπου με την εφαρμογή των εντολών του Θεού, λέγει: «Οι εντολές του Θεού παρέχουν όχι μόνο την γνώσι, αλλά και την θέωσι».
4. Ο τέταρτος τρόπος κοινωνίας με τον Χριστό γίνεται με την ακρόασι των λόγων του Θεού.
α) περί αυτού μας ομιλεί η Καινή Διαθήκη: «πολλοί δε των ακουσάντων τον λόγον επίστευσαν, και εγενήθη ο αριθμός των ανδρών ωσεί χιλιάδες πέντε» (Πράξ. 4,4).
β) Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι: «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή διά ρήματος Θεού» (Ρωμ. 10,17)
γ) Εάν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου είναι η αληθινή βρώσις και πόσις, τότε ο λόγος του Κυρίου γενόμενος δεκτός από τους πιστούς γίνεται σ’ αυτούς «πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον (Ιωάν. 4,14) και «άρτος ζωής ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωάν. 6,58) ενώ κατά τον άγιο Δαμασκηνό λέγεται μάννα της αφθαρσίας και μάννα το μυστικό.
Ο Απόστολος Παύλος διά της ακοής δέχθηκε τον λόγο του Θεού, όταν προσκλήθηκε με το θείο φως στον δρόμο προς Δαμασκό και φωνή άκουσε εξ ουρανού. Η Σαμαρείτης διά της ακοής λαμβάνει τον λόγο του Θεού, ενώ πάλι οι Σαμαρείται πιστεύουν και βαπτίζονται από το κήρυγμα του Αποστόλου Φιλίππου (Πράξ. 8,5 6,12) και λαμβάνουν το Άγιο Πνεύμα (Πράξ. 8,14,18).
Πατέρες και αδελφοί, σάς έφερα μερικές από τις σπουδαιότερες μαρτυρίες της Γραφής και των Αγίων Πατέρων, οι όποιες με μας βοηθούν στην πορεία μας για μία ακατάπαυστη ένωσι με τον Νυμφίο Χριστό. Ο ιδιαίτερος και αγιώτερος τόπος, όπου επιτυγχάνεται αυτή η πολύτροπος κοινωνία μας με τον Χριστό είναι η Εκκλησία μας. Εκεί όλοι οι πιστοί μας, ερχόμενοι με ευλάβεια και πίστι στις Ιερές ακολουθίες, ευρίσκονται σε μία ατμόσφαιρα μυστική και κοινωνούν με τον νου, την καρδία, την προσευχή και την συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Προπαντός η λειτουργική Θυσία είναι η τελεία έκφρασις της ενώσεως με τον Κύριό μας. Η μνημόνευσις ονομάτων των χριστιανών στην Προσκομιδή, και όταν αυτοί είναι μεν αμαρτωλοί αλλά μετανοημένοι, δίνει την ευλογία της κοινωνίας αοράτως των ψυχών με τον Σαρκωθέντα και Αναστάντα Κύριο, ο Οποίος παρέχει ενίοτε και την σωματική των θεραπεία.
Είθε το έλεος και οι οικτιρμοί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποιος είναι ο Λόγος του Θεού να έλθη και κατασκηνώση μέσα μας με τους ανωτέρω τέσσαρας τρόπους που συνοπτικά αναφέραμε.
Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ
«Πνευματικοί Λόγοι»
Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη 1992

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Πατήρ Ἰωάννης τῆς μονῆς τῶν σπηλαίων Πσκώφ "Προσευχή γιά τή δωρεά τῆς ευχῆς τοῦ Ἰησοῦ


 
ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΠΣΚΩΦ "ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΩΡΕΑ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ"

Προσευχή για τη δωρεά της ευχής του Ιησού

Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού!
Το όνομα Σου προσκυνούν άγγελοι και άνθρωποι.
Το όνομα Σου τρέμουν οι δυνάμεις του Άδου.
Το όνομα Σου είναι έμπιστο όπλο προς εκδίωξη των εχθρών.
Το όνομα Σου καταφλέγει αμαρτίες και πάθη.
Το όνομα Σου παρέχει δύναμη στους αγώνες, επανασυγκροτεί τον διασκορπισμένο νου στην ακεραιότητα του και τον πλουτίζει με αρετές προς εκπλήρωση των εντολών Σου.
Το όνομα Σου επιτελεί θαύματα και μας ενώνει μαζί Σου, χαρίζει ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω και στην αιώνια ζωή τη Βασιλεία των Ουρανών.
Χάριν αυτού εγώ, ο ανάξιος δούλος Σου, σε ικετεύω: αποδίωξε από εμάς την πνευματική άγνοια, φώτισε με την επίγνωση της θεϊκής Αληθείας και δίδαξε μας απλανώς εν ταπεινώσει, μετά προσοχής, με αίσθημα μετανοίας και συντριβής με τα χείλη, τον νου και την καρδιά κατά τη μοναχική υπόσχεση να κάνουμε αδιαλείπτως την προσευχή αυτή.
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό/ή».
Διότι Συ είπες, Κύριε, με τα Άχραντα χείλη Σου: «ό,τι αν αίτήσητε εν τω ονόματι μου, τούτο ποιήσω».

Ούτως, πρεσβείαις της Μητρός Σου (απαριθμούμε όσους αγίους επιθυμούμε) και όλων των οσίων Πατέρων μας εν τω ονόματι Σου ζητώ την ευχή του Παναγίου και Παντοδυνάμου Ονόματος Σου: επάκουσόν μου, Συ, που υποσχέθηκες να ακούς όλους, όσους σε επικαλούνται εν αληθεία. Διότι είναι δικό Σου το να ελεείς και να σώζεις και να χαρίζεις την ευχή στον ευχόμενο προς δική Σου δόξα, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι. Αμήν.

(Συντεταγμένη από τους γέροντες της ερήμου της Όπτινα)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ .ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΗΣ  ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΠΣΚΩΦ
Με λεπτότητα και αγάπη
 
 http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2014/02/blog-post_106.html

Ο θαυμαστός τρόπος που δόθηκε το χάρισμα της προσευχής στον Άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη από την Κυρία Θεοτόκο


Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος μαξιμος καυσοκαλυβιτης
Ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλιβίτης είχε πόθο να μάθει τη νοερά προσευχή και παρακαλούσε πάντα την Παναγία να του χαρίσει αυτό τα χάρισμα. Κάποτε έδωσε ο Θεός την εκπλήρωση του Θελήματός του σύμφωνα με την καρδιά του,  όπως είναι γραμμένο: «θα σου δώσει ο Κύριος κατά την καρδιά σου και κάθε θέλημά σου θα το εκπληρώσει».
Έτσι του εμφανίστηκε η Κυρία Θεοτόκος και του είπε: «Ανέβα μάξιμε στην κορυφή του Άθωνος και θα λάβεις το χάρισμα της νοεράς προσευχής.
Ανέβηκε λοιπόν ο άγιος αλλά πώς ανέβηκε;
Ανέβηκε πεινασμένος, διψασμένος, αγρυπνισμένος, ταλαιπωρημένος στο σώμα. Ανέβηκε ξυπόλητος αλλά με πίστη θερμότατη, με υπερβάλλουσα ταπείνωση και πλείστη ευλάβεια, με καρδιά καθαρή και διάνοια καθαρισμένη. Ανέβηκε με ζωντανή ελπίδα και με ζέση καρδιάς. Ανέβηκε στην κορυφή του βουνού και έβρεχε το έδαφος του ναού με θερμότατα και πάμπολλα δάκρυα.
Ανέβηκε ωστόσο δεν έλαβε αμέσως το ποθούμενο. Έτσι κατέβηκε πίσω στον θείο ναό της Παναγίας λυπημένος αλλά όχι απελπισμένος. Και ξαναανέβηκε με περισσότερη πίστη, ευλάβεια, ταπείνωση και δέηση, με περισσότερη πείνα και διπλή δίψα, ψυχής και σώματος και με περισσότερα και θερμότερα δάκρυα.
Πήρε μάλιστα την απόφαση, αν δε λάβει το ποθούμενο να μην αναχωρήσει πλέον από την κορυφή του Άθωνος και ούτε να φάει ούτε να πιεί ούτε να νυστάξει και να κοιμηθεί, Όπως έχει γραφτεί: «Όσιε Πάτερ, δεν έδωσες ύπνο στους οφθαλμούς σου, ούτε στα βλέφαρα νυσταγμό μέχρι να ελευθερώσεις την ψυχή και το σώμα από τα πάθη. Και τότε ήρθε ο Χριστός με τον Πατέρα Του και έκανε σε σένα μονή (και ενοίκησε μέσα σου)».
Βέβαια αυτοί ήταν οι φανεροί αγώνες του οσίου. Τους νοητούς όμως που αγωνιζόταν με αόρατους δαίμονες ποιος να τους διηγηθεί; Γιατί οι δαίμονες, όταν κατάλαβαν ότι πρόκειται ο άγιος να λάβει το χάρισμα της νοεράς προσευχής, συγκέντρωσαν σχεδόν όλα τα τάγματα των οικουμενικών δαιμόνων, για να ταράξουν και να εκφοβίσουν τον Άγιο μήπως και φύγη άπρακτος από τον φόβο του, διότι έδειχναν σαν να ωρμούσε επάνω του όλο το πλήθος τους με αλαλαγμό και κρότο δυνατό.
Και άλλα μύρια φόβητρα διαφόρων λογιών έδειχναν στη διάνοια του οσίου μήπως και φύγει από τον φόβο του. Πλην όμως αυτός έμενε ασάλευτος σαν στύλος ακλόνητος, μέχρι που έλαβε το ποθούμενο με τον εξής τρόπο:
Κατέβηκε στην κορυφή του Άθωνος η κυρία Θεοτόκος κρατώντας στην αγκάλη της τον χαριτωμένο Ιησού ως νήπιο, περιστοιχιζόμενη από αναρίθμητους αγγέλους η δε κορυφή του Άθωνος φαινόταν στον όσιο πιο πλατιά από τον ουρανό, διότι κατέβηκε εκεί η Πλατυτέρα των Ουρανών μαζί με τον Υιό της και Θεό που δεν τον χωρούν οι ουρανοί.
Ο δε Άγιος μόλις είδε με τα μάτια του την κυρία Θεοτόκο έπεσε αμέσως και την προσκύνησε τρεις φορές λέγοντας σε κάθε προσκύνημα το «Θεοτόκε Παρθένε…ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών».
Και τότε η μητέρα του Εμμανουήλ του έδωσε τον άγιο άρτο με το άχραντο χέρι της, τον οποίο αφού έλαβε ο όσιος με κάθε ευλάβεια αμέσως έφαγε.
Στη συνέχεια η μεν κυρία Θεοτόκος  έγινε αμέσως άφαντη αυτός δε μόλις έφαγε τον άγιο άρτο ένιωσε αμέσως στην καρδιά του βρασμό και αναβρασμό της νοεράς προσευχής. Κι από κείνη την ώρα είτε κοιμόταν είτε ήταν ξύπνιος έβραζε η ευχή μέσα στην καρδιά του, γλυκαίνοτας την ψυχή του, θερμαίνοντας την καρδιά του και φωτίζοντας τους νοητούς οφθαλμούς του οσίου.
Από τότε ως φωτισμένος που ήταν έβλεπε με τους νοητούς οφθαλμούς τόσο καλά στη διάρκεια της σκοτεινής νύχτας σαν να έλαμπε ολόφωτος ο ήλιος και πολλές φορές πετούσε στον αέρα με το σώμα του σαν αετός.
Αυτή η ιστορία φανερώνει ότι το χάρισμα της νοεράς προσευχής δίδεται σε αυτόν που ανεβαίνει στη νοητή κορυφή του Άθωνα και παίρνει από τον Θεό με τελειότητα το χάρισμα. Αυτός ο οποίος διάγει βίο πνευματικό, άμεπτο και καθαρό.
Δίνει ο Θεός το χάρισμα σςε αυτόν που κάνει αγώνα κοπιαστικό και σκληρό για το σώμα αλλά για την ψυχή του αναπαυτικό και παρακλητικό. Που διάγει βίο ο οποίος υψώνει τον νου του στον ουρανό, όπως η κορυφή του Άθωνα».
———————————————————————————
*Η ιστορία καταγράφεται στο εγχειρίδιο Νηπτική Θεωρία και αποδόθηκε εδώ ελαφρά διασκευασμένη.
πηγή: agiopneymatika.blogspot.com

Ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης και ο Ησυχασμός





Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτου
Αν και ο Ησυχασμός, ως ευρύτερο πνευματικό κίνημα που συνιστά την πεμπτουσία της ορθόδοξης παράδοσης, έχει την αρχή του στη μοναχική πρακτική του 4ου αι., ενηλικιώθηκε και κυριάρχησε στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας τον 14ο αι.
Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή εάν θεωρούσαμε τον 14ο αι. ως τον αιώνα του Ησυχασμού.

Την περίοδο αυτή, η ησυχαστική κίνηση βγήκε από την έρημο και έγινε η κυρίαρχη τάση τόσο της εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής του βυζαντινού κράτους όσο και της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής των ορθοδόξων λαών, τουλάχιστον αυτών που γειτόνευαν με την βυζαντινή επικράτεια. Ακόμη και η εκκλησιαστική ζωγραφική τέχνη δέχθηκε την ευεργετική επίδραση του Ησυχασμού.
Το παράδοξο πάντως είναι ότι η πνευματική αυτή άνθηση σημειώθηκε μέσα σε μια ταραγμένη πολιτικά για τον βυζαντινό κόσμο εποχή, όπως στάθηκε το μεγαλύτερο μέρος του 14ου αι.
Η εποχή αυτή είναι μία από τις κρισιμότερες της βυζαντινής χιλιετίας. Ο ελληνικός κόσμος μαστίζεται από πολιτικές διαμάχες και εμφυλίους πολέμους που επιτάχυναν με τις πολλαπλές επιπτώσεις τους την τελική πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και θρησκευτικές έριδες, όπως η λεγόμενη ‘‘ησυχαστική’’, που απασχόλησαν πολύ και δίχασαν προς στιγμήν την βυζαντινή κοινωνία, πρόσφεραν όμως στους πιστούς λαμπρότερη και ενδυναμωμένη δογματικώς την ορθόδοξη πίστη.
Παράλληλα, ο Άθως, που ζούσε κι αυτός τα τελευταία βυζαντινά του χρόνια, δεν έμεινε ανεπηρέαστος από τις πολιτικές και γεωοπολιτικές εξελίξεις. Το Άγιον Όρος προσπαθούσε να συνέλθει από τις καταστροφές των Καταλανών (αρχές 14ου αι.), ενώ αργότερα γεύθηκε για μία σύντομη περίοδο τη σερβική επικυριαρχία σ’ αυτό (τρίτο τέταρτο του 14ου αι.). Ταυτόχρονα ενισχύθηκε ο θεσμός του Πρώτου καθώς και η παρουσία του οικουμενικού πατριάρχου (1312). Η εμφάνιση της ιδιορρυθμίας στη μοναχοπολιτεία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση των πρώτων Σκητών σ’ αυτήν, ενώ η ίδια δεν άργησε να δεχθεί τις επιπτώσεις των πρώτων τουρκικών επιδρομών· πραγματικότητες όμως που δεν απέτρεψαν την ίδρυση αρκετών νέων μονών στην ιερή χερσόνησο.
Παράλληλα, στο Άγιον Όρος, που τον αιώνα αυτό έφθασε σε μεγάλη θεολογική, πνευματική και καλλιτεχνική άνθιση, ριζώνει και φέρνει καρπούς η διδασκαλία και πρακτική της ‘‘νοεράς προσευχής’’. Γύρω όμως απ’ αυτήν περιστράφηκε το σημαντικότερο αναμφισβήτητα γεγονός που επιρρέασε βαθειά την πνευματική ζωή τόσο στον Άθωνα όσο και την υπόλοιπη βυζαντινή κοινωνία κατά την περίοδο αυτή· η έριδα περί του Ησυχασμού, η οποία έληξε με την τελική επικράτηση των Ησυχαστών και των θεολογικών θέσεων του υπερασπιστή τους, αγίου Γρηγορίου Παλαμά (1296-1359).
Μέσα στην ταραγμένη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα από πνευματικής απόψεως, αυτή εποχή, έζησε ένας μεγάλος Μικρασιάτης ασκητής, ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης, μία μεγάλη φυσιογνωμία του αθωνικού αλλά και πανορθόδοξου χώρου.
Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις που προκύπτουν από τον Βίο αλλά και άλλες έμμεσες πηγές, το πιθανότερο είναι, ο όσιος να εκοιμήθη γύρω στο έτος 1365, οπότε και να γεννήθηκε περί το 1270, αφού γνωρίζουμε από το Βίο του ότι έζησε ενενήντα πέντε έτη.
Το γεγονός ότι λίγο μετά την οσιακή του κοίμηση και σε διάστημα λίγων δεκαετιών, γράφηκαν προς τιμήν του τέσσερεις Βίοι (υπό των ιερομονάχων Νήφωνος, Θεοφάνους Περιθεωρίου, Μακαρίου Μακρή και Ιωαννικίου Κόχιλα), οι οποίοι σε μεταγενέστερες εποχές παρουσιάστηκαν σε απλούστερη δημώδη γλώσσα με τη βοήθεια τεσσάρων παραφράσεων (υπό Διονύσιου ιερομονάχου, Νικοδήμου Αγιορείτου, Ιακώβου Νεασκητιώτου και ενός ετέρου αγνώστου) -όλα τους κείμενα αθωνικής προέλευσης- αποδεικνύει την μεγάλη απήχηση που είχε στον αγιορειτικό κόσμο η ιερή μορφή του οσίου Μαξίμου.
Παράλληλα, για τις λειτουργικές ανάγκες όσων επιθυμούσαν να προστρέξουν στις πρεσβείες του και να έχουν μία εναργέστερη σχέση μαζί του, συντέθηκαν τρεις Ακολουθίες, παρακλητικοί κανόνες, Χαιρετιστήριοι Οίκοι και πλήθος άλλων υμνογραφημάτων (κυρίως από τους Νήφωνα Αθωνίτη, Ιερεμία Πατητά, Ιάκωβο Νεασκητιώτη, Νήφωνα Ιβηροσκητιώτη, Ιλαρίωνα Ξενοφωντινό και Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη), ενώ παράλληλα, οι πολυάριθμες απεικονίσεις του στους αθωνικούς ναούς επέτειναν την παρουσία του στις ψυχές των Αγιορειτών μοναχών που έβλεπαν σ’ αυτόν ένα ασφαλές πρότυπο προς μίμηση για τη σωστή βίωση των μοναχικών αρετών και την επίτευξη της σωτηρίας τους.

Διάλογος αγίου Μαξίμου Καυσοκαλύβη και αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου


Ανταμώνοντας ο θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον άγιο Μάξιμο και συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο:  «Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;»  Κι εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει: «Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου πού έγινε σ’ έμενα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. 
 Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλι με άμετρη θερμότητα καρδιάς· κι εκεί πού ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μία θερμότητα και φλόγα, ή οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε, άλλα με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε ή καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε ή προσευχή από την καρδιά μου· συγχώρεσε με.»
Και ο θείος Γρηγόριος του λέει:
«Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του “Κύριε Ιησού Χριστέ”, σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;»
Και ο θείος Μάξιμος του είπε: «Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο όποιος είναι μία αγάπη υπερβολική στο Θεό και μία αρπαγή του νου στον Κύριο».
Και ο άγιος Γρηγόριος του λέει:
«Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά πού είπες;»
Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει: «Δός μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου».
Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:
«Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε· όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα πού θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν’ ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;»
Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε:
«Όχι, δεν μπορεί· γιατί όταν έρθει ή χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο δια μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον ή προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί πλέον να ενεργήσει τις δυνάμεις του, άλλα μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει οπού θέλει, ή σε αυλό αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του· καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη Του.
 Και τούτο πού λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι όποιοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οί άνθρωποι τους περιπαίζανε και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. 
Και ο προφήτης Ησαΐας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ, και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ. Με τον ίδιο τρόπο και τώρα οί δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, άλλα τις έχουν για πλάνη κι εκείνους πού τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πώς πωρώθηκαν οί άνθρωποι εκείνοι και, σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο πού ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ίωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς, λέγοντας ότι “θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό, και στους δούλους μου και στις δούλες μου”. Τη χάρη αυτή ο Κύριος μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του.
Όταν λοιπόν ή χάρη αύτη του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, άλλα εκείνα πού δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε· και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα όποια, κατά τον θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ.
Και για να καταλάβεις πώς τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό πού θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά, είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά, και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο “Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα· και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα πού θέλει».
Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:
«Είναι και αλλά, Καψοκαλύβη μου, πού να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;» Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε:
«Αλλά είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχύζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασία στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα· Κι εκείνος πού βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη.
Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αύτη την πλάνη είθε να μας γλιτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου.
Άλλα τα σημεία της χάρης είναι αυτά· όταν πάει στον άνθρωπο ή χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός· του φέρνει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή εύκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί- κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα· και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες· για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πώς μ’ ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη όν στο είναι· για την άπειρη Του δύναμη πού συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται ή καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος· τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ., και απολαμβάνει ή ψυχή του μία αγαλλίαση απερίγραπτη.»
Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης, έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα πού του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο.
Φιλοκαλία Ιερών νηπτικών Τόμος Ε/πηγή

13 Ἰανουαρίου: Μνήμη ἁγίου Μαξίμου Καυσοκαλύβη (+1365)


Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου
 'Αγιος Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης, έργο του Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Καλύβη Αγίου Ακακίου, Σκήτης Καυσοκαλυβίων
Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ διά Χριστόν σαλός, ὁ Νέος Προφήτης, ὁ ὑπόπτερος, ὁ θαυματουργός, ἡ Ἡσυχαστής, ὁ Νηπτικός Πατήρ, ὁ Ἅγιος. Ἀρκετές εἶναι οἱ προσωνυμίες πού ἡ παράδοση τῆς Ἑκκλησίας μας ἀπέδωσε στόν Ἅγ. Μάξιμο, τήν πολυεδρική αὐτή ὁσιακή προσωπικότητα, πού συνδύαζε τήν ὑπακοή καί τήν τέλεια ταπείνωση τῶν ἀληθινῶν δούλων τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐκκεντρικότητα τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ· τήν ἰδιότητα τοῦ θεραπευτῆ μέ τό διορατικό χάρισμα τοῦ προφήτη καί τόν φωτισμό ἑνός μυστικοῦ θεολόγου· τήν ἐνεργό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον μέ τόν θεωρητικό ἀναχωρητισμό, πού προϋποθέτει τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν κόσμο.
Ὁ Ἅγ. Μάξιμος θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς ἡ "διαπρεπέστερη ἁγιορειτική ἀσκητική μορφή καθ' ὅλους τούς αἰῶνες" . Στά στενά πλαίσια τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, θά προσπαθήσουμε νά σκιαγραφήσουμε μέ μικρές πινελιές τό συναξάρι τοῦ Ἁγίου. Ἡ χειρόγραφη παράδοση μᾶς ἀποκαλύπτει τήν φιλοσοφικώτατη καί χαριτόβρυτη μορφή του, μέσω τεσσάρων βιογράφων του: τοῦ Ἁγ. Νήφωνος τοῦ Καυσοκαλυβίτου, μαθητοῦ καί ὑμνογράφου αὐτοῦ, τοῦ Ἁγ. Θεοφάνους Περιθεωρίου τοῦ Βατοπεδινοῦ , τοῦ ἱερομ. Ἰωαννικίου τοῦ Κόχυλα καί τοῦ ἱερομ. Μακαρίου τοῦ Μακρῆ.
Ὁ Μικρασιάτης αὐτός Ἅγιος, γεννήθηκε στή Λάμψακο τοῦ Ἑλλησπόντου καί ἔλαβε τό ὄνομα Μανουήλ κατά τό ἅγιο βάπτισμα. Ὅταν ἦλθε σέ ἱκανή ἡλικία, οἱ γονεῖς του τόν ἀφιέρωσαν στό Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τό τάμα τους στό Θεό, μιά πού ἦσαν πρίν γιά χρόνια ἄτεκνοι. Παραμένοντας στό ναό, πρόκοπτε σέ ὅλα τά πνευματικά καί φυσικά χαρίσματα. Πολύ συχνά ἐπισκεπτόταν Ὁσίους Γέροντες πού ἡσύχαζαν ἐκεῖ κοντά, γιά νά ἀκούει τίς ψυχωφελεῖς νουθεσίες τους. Τότε ὁ θεῖος ἔρωτας ἄναψε στή καρδιά του καί στά δεκαεπτά του χρόνια, ἄφησε γονεῖς καί πατρίδα περνώντας στό Ὄρος Γάνου ὅπου φόρεσε τό μέγα σχῆμα μετονομασθείς Μάξιμος . Μετα τήν κοίμηση τοῦ γέροντά του Μάρκου, ἀνεχώρησε γιά τό Παπίκιον , ὅπου βρῆκε ὁσίους ἄνδρες, ὅμοιους μέ τούς παλαιούς, μέ τούς ὁποίους συναναστρεφόμενος, ἀνέλαβε στόν ἑαυτό του ὅλες τίς ὑπέρ ἄνθρωπον ἀρετές τους, "καθώς δέχεται τό κερί τούς χαρακτῆρες τῆς βούλλας". Ἔπειτα πῆγε στή Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπισκέφθηκε ὅλα τά προσκυνήματα καί τούς ναούς της, καταλήγοντας στό Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου παρέμεινε στό προαύλιό της μέ πεῖνα καί ἄσκηση, ἀγρυπνώντας ὅλη τή νύχτα καί συμπεριφερόμενος ὡς διά Χριστόν σαλός. Ἐπισκεπτόταν ὅμως καί τόν Πατριάρχη Ἅγ. Ἀθανάσιο , γιά νά ἀκούει τούς σοφούς λόγους του. Ὀ Πατριάρχης βλέποντας τήν ἀρετή του, προσπάθησε νά τόν πείσει νά κοινοβιάσει σέ μία ἀπό τίς Μονές τῆς Πόλης. Δέν τά κατάφερε ὅμως, μιά πού ὁ Ὅσιος προτίμησε τήν ἄσκησή του στό παραπάνω ναό.
Μετά ἀπό καιρό ἀνεχώρησε γιά τό Ἅγ. Ὄρος, ὅπου περιδιάβασε ὅλα τά μοναστήρια, καταλήγοντας στή Λαύρα τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Ἐκεῖ, διαβάζοντας τόν βίο καί τούς ἀγώνες τοῦ Ἁγίου, ὁμοίως καί τοῦ Ἁγ. Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, ἐθαύμαζε τοῦ μέν Πέτρου τήν ἡσυχία, τοῦ δέ Ἀθανασίου τήν κοινοβιακή ζωή. Συλλογιζόμενος τήν προθυμία καί τήν ἐπιμέλεια πού εἶχαν καί οἱ δύο στό νά φυλάξουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἐπόθησε νά μείνει στόν τόπο ἐκεῖνο καί νά μιμηθεῖ καί τῶν δύο τή ζωή. Ἔμεινε λοιπόν στή Λαύρα, ἔχοντας τό διακόνημα νά ψάλλει στό Καθολικό, καθώς ὅταν ἦταν νέος ἔμαθε τήν μουσική. Ψάλλοντας συνετά καί μέ γνώση τῶν λεγομένων, ὕψωνε τό νοῦ του στόν ὑμνούμενο Θεό, χύνοντας δάκρυα κατανύξεως ὁ μακάριος. Ζοῦσε ὅμως μέ τήν ἴδια σκληραγωγία ὅπως τότε στό ναό τῶν Βαχερνῶν, καθώς οὔτε κελλίον εἶχε δικό του, ἔπαιρνε μόνο τήν ἀναγκαία τροφή ἀπό τήν τράπεζα καί ἀναπαυόταν στά στασίδια τοῦ νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας.
Μετά ἀπό θεία ἐμφάνεια τῆς Θεοτόκου βρεφοκρατούσας, ὁ πιστός δούλος της, ἀποφάσισε νά ἀκολουθήσει τήν προτροπή της καί μιά μέρα, Σάββατο τῆς Πεντηκοστῆς, ἀνέβηκε στή κορυφή τοῦ Ἄθω, ὅπου ἔμεινε τρία μερόνυχτα προσευχόμενος ἀδιαλείπτως, δεχόμενος συνάμα φοβερούς πειρασμούς ἀπό τόν ἐχθρό. Ὅμως ὅλα αὐτά διαλύθηκαν, ὅταν ἐμφανίστηκε σ' αὐτόν ἡ Θεοτόκος μετά δόξης πολλῆς, περικυκλούμενη ἀπό πλῆθος φωτεινές μορφές, κρατοῦσα πάλι στά χέρια της τόν Υἱό της καί δημιουργό τῆς Κτίσεως καί ἐκπέμποντα ἄρρητη εὐωδία. Ἀφοῦ προσκύνησε ὁ Ἅγιος, ἄκουσε ἀπό τήν Παναγία τά παρακάτω: "Λάβε τήν χάριν κατά τῶν δαιμόνων, ὁ σεπτός ἀθλοφόρος καί κατοίκησε στούς πρόποδες τῆς κορυφῆς ττοῦ Ἄθω· διότι τοῦτο εἶναι τό θέλημα τοῦ Υἱοῦ μου, γιά ν' ἀνέβεις σέ ὕψος ἀρετῆς καί να γίνεις διδάσκαλος καί ὁδηγός σέ πολλούς καί νά τούς σώσεις". Μετά τοῦ δόθηκε οὐράνιος ἄρτος γιά τροφή. Καί με τή λήψη αὐτῆς, τόν μέν Ὅσιο περικύκλωσε θεῖο φῶς, ἡ δέ Θεοτόκος ἀνέβηκε στά οὐράνια, ἀφήνοντας στόν τόπο ἄρρητη εὐωδία καί ὑπερκόσμια λάμψη. Ὑπακούοντας τότε στή προσταγή τῆς Παναγίας, ὁ Ἅγιος κατέβηκε πρός τό Καρμήλιο , ὅπου βρίσκοντας ἕνα γέροντα, τοῦ διηγήθηκε τάς τῆς θείας ἐμφάνειας. Ἐκεῖνος ὅμως, θεώρησε αὐτά πλάνες. Ἔτσι τοῦ βγῆκε ἡ φήμη ὅτι εἶναι πλανεμένος καί περιφρονεῖτο ἀπό ὅλους. Ὅμως ὁ ἀπλανής ἐκεῖνος φωστήρας, δέχτηκε μέ χαρά τό νά τόν ὀνομάζουν πλανεμένο. Ὑποκρινόταν δέ πάντοτε ὅτι ἤταν πλανεμένος καί παρίστανε τόν διά Χριστόν σαλό, καλλιεργώντας ἔτσι τήν θεοειδή ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης

Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἔκδοσις Ἱ. Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου, Καυσοκαλύβια, Ἅγιον Ὄρος, 2001)


Α) Τὰ νεανικὰ χρόνια

Οὗτος ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Μάξιμος, ἦταν ἀπὸ τὴν Λάμψακον[1], ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, εὐγενεῖς καὶ ἐναρέτους· οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ νὰ ἦσαν ἄτεκνοι, ἐπαρακαλοῦσαν τὸν Θεὸν μετὰ δακρύων νὰ τοὺς δώσῃ τέκνον. Ὁ δὲ Θεὸς εἰσακούσας τὴν δέησίν τους, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τοῦτον τὸν μακάριον Μάξιμον, τὸν ὁποῖον ὀνόμασαν Μανουὴλ εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα.

Λαβόντες δὲ αὐτὸν ὡς δῶρον θεόσδοτον, καθὼς ἦταν καὶ τῇ ἀληθείᾳ, τὸν ἀνέτρεφαν μὲ μεγάλην ἀγάπην καὶ ἐπιμέλειαν, και τὸν ἐμάνθαναν τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς ἱκανὴν ἡλικίαν τὸ παιδίον, τὸ ἔφεραν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὸ ἀφιέρωσαν εἰς τὸν Θεόν. Ὁ δὲ Μανουὴλ παραμένοντας εἰς τὸν Ναὸν τῆς Παναγίας, ἔψαλλε μὲ μελῳδίαν καὶ θεῖον ἔρωτα, παρακαλῶν Αὐτὴν καθ᾿ ἑκάστην, μὲ πολλὴν κατάνυξιν, διὰ τὴν σωτηρίαν του.

Καὶ κατὰ ἀλήθειαν, ἄλλος Σαμουὴλ ἐφαίνετο, προκόπτων ἡλικίᾳ καὶ χάριτι, καὶ ἦταν ἐπαινετὸς καὶ ἀγαπητὸς εἰς ὅλους, διότι δὲν εἶχε παιδαριώδη φρονήματα. Ἔχοντας δὲ ἐξ ἀρχῆς γηραλαῖον νοῦν, ἐπήγαινε συχνάκις εἰς κάποιους ὁσίους γέροντες ὁποῦ ἐσύχναζαν ἐκεῖ πλησίον, διὰ νὰ ἀκούῃ τὰς ψυχωφελεῖς νουθεσίες τους, συναναστρεφόμενος μὲ αὐτοὺς καὶ ὑπηρετῶντάς τους, ὅσον εἶχεν εὐκαιρίαν (διότι ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς τὴν ὑποταγὴν τῶν γονέων του) καὶ ὁδηγούμενος ἀπὸ αὐτοὺς εἰς θεάρεστον πολιτείαν.

Ὅθεν καὶ ὁ θεῖος πόθος ἄναψεν εἰς τὴν καρδίαν του καὶ τὸν ἐβίαζε νὰ εὔγῃ ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἡσυχίαν νὰ ἐνδυθῇ καὶ τὸ Ἅγιον Σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Διὰ τοῦτο, ἔβγανε πολλάκις τὰ κοσμικά του φορέματα καὶ ἐνέδυε τοὺς πτωχούς, αὐτὸς δὲ ἐπάγωνεν καὶ ἔτρεμεν ἀπὸ τὸ κρύον. Καὶ ψωμία ἀκόμη ἔδιδε κρυφὰ εἰς τοὺς πεινασμένους, πλουσιοπαρόχως. Διὰ νὰ κρύπτῃ δὲ τὴν ἀρετήν του, ὑπεκρίνετο εἰς τοὺς γονεῖς του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πῶς εἶναι μωρός. Ὅμως ἡ ἀρετή του δὲν τοὺς ἐλάνθανεν.

Ὡστόσο οἱ γονεῖς του, ὡσὰν νὰ ἐλησμόνησαν ὅτι τὸν ἀφιέρωσαν εἰς τὸν Θεόν, ἑτοιμάζοντο διὰ νὰ τὸν ὑπανδρεύσουν καὶ νὰ τὸν δέσουν μὲ τὰ δεσμὰ τοῦ κόσμου, διὰ νὰ βλέπουν ἔμπροσθέν τους τὸν ποθούμενον καὶ νὰ χαίρωνται, ἕως ὁποῦ ζοῦν.
Β) Ἀναχώρησις ἀπὸ τὸν κόσμον. Πρῶτα μοναχικὰ βήματα

Ὁ καλὸς ὅμως Μανουήλ, τρέφοντας θείους λογισμοὺς μέσα εἰς τὸν νοῦν του, εἰς τοὺς δέκα ἑπτὰ χρόνους τῆς ἡλικίας του, ἄφησε καὶ γονεῖς καὶ πατρίδα και κόσμον καὶ περνώντας εἰς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον Γάνου[2], ἐφόρεσεν τὸ μοναδικὸν Σχῆμα μετονομασθεὶς Μάξιμος[3]. Ὑπετάχθη δὲ εἰς ἕναν δόκιμον καὶ πρακτικὸν γέροντα, Μᾶρκον ὀνόματι, διὰ νὰ διδαχθῇ τὴν μοναδικὴν πολιτείαν.

Ὅμως, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦταν καὶ προτύτερα ἀκόμη διδαγμένος καὶ συνειθισμένος εἰς τὴν μοναδικὴν πολιτείαν και ἐφαίνοντο εἰς τοὺς γέροντας ἐκείνους προκομμένους καὶ ἄξιος εἰς ὅλα, ἦγουν εἰς τὴν νηστείαν, ἀγρυπνίαν, προσευχήν, χαμαικοιτίαν, σκληραγωγίαν καὶ εἰς τὴν καταφρόνησιν ὅλων τῶν ματαίων καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ σώματός του, ἠγαπᾶτο μὲν ἀπὸ ὅλους, ὠνειδίζετο δὲ ἀπὸ τὸν γέροντά του διὰ τὴν ὑπερβολικὴν καὶ ἀδιάκοπον σκληραγωγίαν ὁποῦ ἔκαμνεν. Ἀλλὰ δὲν ἐπέρασε πολὺ καιρός, καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς ὁ γέροντάς του, ὁ ὁποῖος διέλαμψεν κατὰ τὴν ἀρετὴν εἰς ὅλην τὴν Μακεδονίαν.

Ὁ δὲ θεῖος Μάξιμος, ἀναχωρήσας ἐκεῖθεν, διεπέρασεν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς τὰ πλησιόχωρα ὄρη, ζητώντας νὰ εὕρῃ τοιοῦτον γέροντα ἐνάρετον ὡσὰν τὸν πρῶτον. Ὁ δὲ Θεὸς τοῦ ἐπλήρωσε τὸν πόθον του, διότι πηγαίνοντας εἰς τὸ Παπίκιον[4] ὄρος, ηὗρεν ἁγίους ἄνδρας, ὁμοίους μὲ τοὺς παλαιούς, οἱ ὁποῖοι ἐκατοικοῦσαν ἐπάνω εἰς τὰ βουνά, μέσα εἰς σπήλαια καὶ τόπους ἐρήμους καὶ δὲν εἶχαν μαζί τους τίποτε ἄλλο, ἔξω ἀπὸ τὰ παλαιόῤῥασα ὅπου ἐφοροῦσαν. Συναναστρεφόμενος δὲ μὲ αὐτοὺς πολὺν καιρόν, ἀνέλαβεν εἰς τὸν ἑαυτόν του ὅλας τὰς ὑπὲρ ἄνθρωπον ἀρετάς τους, καθὼς δέχεται τὸ κερὶ τοὺς χαρακτῆρας τῆς βούλλας.
Γ) Στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ διὰ Χριστὸς σαλός

Ἔπειτα ἐπῆγεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ βλέποντας τοὺς ὡραιοτάτους ἐκείνους ναούς, καὶ προσκυνώντας τὰ ἅγια λείψανα ὁποῦ ἦσαν τεθησαυρισμένα μέσα εἰς αὐτούς, τρέχει εἰς τὸν ναὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ὁποῦ ὀνομάζεται Ὁδηγήτρια[5], διὰ νὰ ἰδῇ τὰ μεγαλώτατα ὁποῦ ἔγιναν ἐκεῖ.

Ταῦτα ἰδὼν καὶ προσκυνήσας ὑπερεθαύμασε καὶ ἐσυλλογίζετο τὶ μεγάλην δόξα ἔχει ἡ Θεοτόκος εἰς τοὺς Οὐρανούς, καὶ μένωντας ὅλος ἐκστατικός, ἐνυκτέρευεν μέσα εἰς τὸν ναόν. Ἦταν δὲ χωρὶς ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, χωρὶς σκέπασμα εἰς τὴν κεφαλήν, φορώντας μόνον ἕνα τρίχινον παλαιοφόρεμα· ἀπὸ τὴν θεωρίαν του δὲ αὐτήν, ἐφαίνετο εἰς ὅλους μωρός. Τοῦτο ὅμως ὑπεκρίνετο καὶ αὐτούς, πλάττωντας τάχα μωρίαν, καθὼς καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος Ἀνδρέας, ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Ὅθεν καὶ ὅλοι τὸν ἐθαύμαζον καὶ τὸν ἐστοχάζοντο σαλὸν διὰ Χριστὸν καὶ ὄχι τῇ ἀληθείᾳ.

Μαθὼν δὲ περὶ τούτου ὁ βασιλεὺς Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος[6], τὸν ἐπροσκάλεσεν εἰς τὰ βασίλεια, καὶ ἄρχισε νὰ συνομιλῇ μὲ αὐτὸν ἐν μέσῳ πολλῶν. Ὁ δὲ θεῖος Μάξιμος ἀπεκρίνατο πρὸς τὸν βασιλέα, λέγων νοήματα ἀπὸ τοὺς λόγους Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, καθὼς εἶχε συνήθειαν, καὶ ἀπὸ τὰς θείας Γραφάς. Ἐθαυμάζετο δὲ ἀπὸ τοὺς ῥήτορας πῶς ἤξευρε τὰ τοῦ Θεολόγου καὶ πᾶσαν ἄλλην Γραφήν. Ὅμως, μὲ τὸ νὰ μὴν ἔμαθε γραμματικήν, καὶ μὴ λέγοντας τὶς λέξεις ὀρθὰ καὶ κατὰ τὴν τέχνην τῆς γραμματικῆς, εἶπε πρὸς τοὺς παρόντας ὁ μέγας λογοθέτης Κανήκλιος: ἡ μὲν φωνή, φωνὴ Ἰακώβ· αἱ δὲ χεῖρες, χεῖρες Ἠσαῦ. Ἀκούσας δὲ τοῦτο ὁ Ὅσιος, ἀνεχώρησεν εὐθύς, καλῶν αὐτοὺς ματαιόφρονας καὶ ἄφρονας καὶ πλέον δὲν ἐπῆγεν εἰς τὰ βασίλεια.

Εἰς δὲ τὸν τότε Πατριάρχην, τὸν Ἅγιον Ἀθανάσιον[7], ἐπήγαινε συχνά καὶ ἤκουε μετὰ χαρᾶς τοὺς γλυκυτάτους λόγους του, ὀνομάζοντάς τον νέον Χρυσόστομον. Γνωρίζοντας δὲ ὁ Πατριάρχης τὴν ἀρετήν του ἐπροσπάθησε πολὺ νὰ τὸν βάλῃ εἰς τὰ κοινόβια, ὁποῦ ἀνήγειρεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὁ Ὅσιος ὅμως δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπάγῃ καὶ νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸν ἐν Βλαχέρναις ναὸν τῆς Θεοτόκου, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ προαύλια παρέμενε, μὲ πεῖναν, δίψαν, ἀγρυπνίαν, προσευχήν, ἀγωνιζόμενος ὅλας τὰς νύκτας. Τὰς δὲ ἡμέρας ὑπεκρίνατο μωρίαν καὶ ἐφαίνετο εις τοὺς ἀνθρώπους σαλός, ὁ κατ᾿ ἀλήθειαν σοφός, διὰ νὰ μὴν τοῦ ἀποτινάζῃ τὸν καρπὸν τῆς ἀρετῆς ὁ ἄνεμος τῆς ἀνθρωπαρεσκείας.
Δ) Στὸ Ἅγιον Ὄρος