Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Διάλογος περί προσευχής (Γέροντας Κλεόπας Ηλίε)



theologia
– Τι είναι η προσευχή και ποια τα είδη της, κατά τους αγίους Πατέρες;
– Προσευχή είναι η συνομιλία με τον Θεό. Είναι βλαστός της πραότητας και της αοργησίας, είναι καρπός της χαράς και της ευχαριστίας. Κατά τον Ευάγριο τον Ποντικό, είναι η αποδίωξη της λύπης και της απελπισίας. Είναι η ένωση και συνάφεια του ανθρώπου με τον Θεό και, κατά τους Πατέρες, η δύναμη του κόσμου, η συμφιλίωση με τον Θεό, η μητέρα των δακρύων και η θυγατέρα αυτών. Η προσευχή είναι το κλειδί της βασιλείας των ουρανών και, κατά τον Ρώσο άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο, είναι η ανάβαση του νου και των σκέψεών μας στον Θεό.
Η προσευχή έχει τρεις βαθμούς: Στον πρώτο ανήκει η προφορική ή σωματική προσευχή, στον δεύτερο η νοερά και στον τρίτο η καρδιακή.

– Πώς γνωρίζει κάποιος ότι προσευχήθηκε αληθινά στον Θεό;
– Η αίσθηση της παρουσίας του Θεού στην προσευχή μας γίνεται κυρίως όταν ο προσευχόμενος δεν απαγγέλλει τίποτε με λόγια. Γι’ αυτό, όταν τα λόγια της ευχής φθάσουν στην καρδιά, τότε σίγουρα αυτή η προσευχή είναι αληθινή.

– Γνωρίζει ο άνθρωπος πότε πέρασε από τη μία βαθμίδα της προσευχής στην άλλη;
–Η μετάβαση του προσευχόμενου από την κατώτερη στην ανώτερη βαθμίδα της προσευχής, καθώς και η πνευματική του πρόοδος, δηλαδή η ανάβασή του σ’ αυτές τις τρεις πνευματικές βαθμίδες, κατά τους περισσότερους αγίους Πατέρες, δεν γίνεται γνωστή στον προσευχόμενο.
Η πνευματική ανάβαση στην προσευχή μοιάζει με την ανάπτυξη ενός φυτού· αυξάνεται αυτό χωρίς να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται τις στιγμές της αναπτύξεώς του. Μοιάζει με ένα παιδί που μεταβαίνει από τη μία ηλικία στην άλλη, χωρίς να μπορεί να ξέρει τον ακριβή καιρό της αναπτύξεώς του. Αυτή η πνευματική ανάβαση του ανθρώπου δεν είναι μόνο καρπός των κόπων του, αλλά περισσότερο δώρο της χάριτος και του θείου ελέους. Και είναι μυστική αυτή η πρόοδος από θεία οικονομία, για να μην πέσει ο άνθρωπος στην υπερηφάνεια στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις.
Ωστόσο ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος μας φανερώνει μερικά σημεία με τα οποία μπορεί κανείς να καταλάβει σε ποια πνευματική βαθμίδα είναι. Λέει: «Ο άνθρωπος, όσο βρίσκεται στην αμέλεια, φρίττει την ώρα του θανάτου, και όταν πλησιάζει προς τον Θεό, φοβάται το αντίκρυσμα του δίκαιου Κριτή. Ενώ όταν φθάσει στο πλήρωμα της θείας αγάπης από την παρούσα ζωή, τότε δεν υπάρχουν αυτές οι δύο δυσκολίες».
– Τι είναι η νοερά και τι η καρδιακή προσευχή;
– Η νοερά προσευχή είναι εκείνη που γίνεται με στοχασμούς και ο νους συνηθίζει να βυθίζεται την ώρα της προσευχής, να τη λέει εξ ολοκλήρου μυστικά και χωρίς να διασκορπίζεται. Την περίοδο αυτή ο νους ειρηνεύει, ενώνεται με τις λέξεις της ευχής και την απαγγέλλει μυστικά. Η καρδιακή προσευχή είναι η προσευχή της νοερής αισθήσεως. Κατ’ αυτήν, όταν η εργασία της ευχής που γινόταν στον νου αρπαχθεί από την καρδιά, τότε η νοερά προσευχή που ήταν σκέψη, τώρα γίνεται νοερή αίσθηση, η οποία γίνεται πνευματική ανάγκη στον άνθρωπο. Όποιος έφθασε σ’ αυτή την προσευχή της καρδιάς, από όπου πηγάζουν τα αισθήματα του ανθρώπου, προσεύχεται χωρίς λόγια, επειδή ο Θεός είναι Θεός της καρδιάς. Απ’ αυτή τη βαθμίδα αρχίζει η αληθινή πρόοδος στην προσευχή. Αυτή την προσευχή μπορεί να την εξαφανίσει η πολλή ανάγνωση και η επιμονή ενός ακόμη λογισμού, ενώ η παραμονή σ’ αυτή την αίσθηση της προσευχής διαφυλάσσεται με τη συνεχή επίκληση μόνο των λέξεων της ευχής. Λοιπόν, από όσα σημειώσαμε μέχρι εδώ, πρέπει να θυμόμαστε ότι η νόηση και η αίσθηση είναι δύο δυνάμεις της προσευχής, κατά τον άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο.
– Πώς μπορούν σήμερα οι άνθρωποι να εκτελέσουν την εντολή του αποστόλου Παύλου «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε»;
–Μπορεί κανείς να προσεύχεται αδιάκοπα, αν βρίσκεται πάντοτε με τον νου και την καρδιά του ενώπιον του Θεού. Με τα χέρια του μπορεί να εργάζεται, ενώ με τον νου και την καρδιά του να υψώνεται στον Θεό. Και ακόμη αυτό έχω να προσθέσω, ότι το βασικό γνώρισμα αυτής της προσευχής είναι να υπάρχουν ενωμένα ο νους και η καρδιά μας και αχώριστα από τον Θεό, σ’ οποιοδήποτε τόπο και χρόνο βρισκόμαστε. Να έχουμε πάντοτε την αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Αυτή η εργασία ισχύει για όλες τις τάξεις της προσευχής και θεωρείται μια προσευχή ακατάπαυστη, κατά τον άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο. Αυτή την αίσθηση και συνεχή θεωρία του Θεού είχε ο μακάριος προφήτης Δαβίδ, όταν έλεγε: «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν, ίνα μη σαλευθώ» (Ψαλμ. 15:8).
Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι η ζωή του ανθρώπου είναι μία αδιάκοπη προσευχή, όταν αυτός σκέπτεται νοερά πάντοτε τον Θεό.

– Υπάρχει άλλη βαθμίδα προσευχής μετά από την καρδιακή προσευχή;
–Υπάρχει η πνευματική προσευχή που γίνεται εν εκστάσει, γι’ αυτό και λέγεται εκστατική προσευχή και είναι πάνω από τα όρια της συνηθισμένης προσευχής. Αυτός που έφθασε σ’ αυτή τη βαθμίδα δεν προσεύχεται πλέον, αλλά η ψυχή του αισθάνεται και βιώνει τις θείες ενέργειες. Σ’ αυτή την προσευχή ένας μόνο από κάθε γενεά αξιώνεται να φθάσει με τη Χάρη του Θεού, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
– Πώς μπορούμε να φθάσουμε στην πνευματική προσευχή;
–Μητέρα της προσευχής είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτή διδάσκει τον άνθρωπο να προσεύχεται, να προοδεύει στην προσευχή, μέχρι να φθάσει στην ύψιστη βαθμίδα, που είναι η εκστατική προσευχή. Διότι οκτώ είναι οι βαθμίδες της προσευχής, κατά τους αγίους Πατέρες: Η εν πνεύματι φυσική θεωρία, δηλαδή σκέψεις για την δημιουργία του Θεού, η προσευχή με τη γλώσσα (προφορική), η προσευχή με τον νου και το στόμα, όταν δηλαδή προσεύχεσαι προφορικά και προσέχεις με τον νου τα όσα λες. Κατόπιν είναι η καθαρὰ νοερή προσευχή, μετά η νοερή και καρδιακή συγχρόνως προσευχή, όταν δηλαδή προσεύχεσαι μυστικά με νήψη και με αίσθηση της καρδιάς σου· κατόπιν η καρδιακή προσευχή, όταν δηλαδή ο νους είναι κλεισμένος στην καρδιά με τη Χάρη του Θεού και από εκεί υψώνεται στον ουρανό, και η τελευταία βαθμίδα είναι η εκστατική προσευχή, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν γνωρίζει αν είναι με το σώμα ή χωρίς το σώμα. Σ’ αυτή την προσευχή φθάνουν οι άγιοι με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

(Από το άρθρο: «Διάλογοι περί προσευχής». Περιοδικό Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 10 (1985), σελ. 46.)

Περί προσευχῆς.1ο Μέρος. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης15-03-2009


ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
 

...Προσευχή, ως προς την ποιότητα της είναι συνουσία και ένωση του ανθρώπου μετον Θεό, και ως προς την ενέργεια της, σύστασης και διατηρήσεις του κόσμου , συμφιλιώσεις με το θεό, μητέρα των δακρύων καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησητων αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλωντων ασώματων, η μελλοντική ευφρόσυνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου,τσεκούρι που χτυπά την απόγνωση, απόδειξη της ελπίδος, διάλυσης της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωση του θυμού, καθρέπτης τηςπνευματικής προόδου, φανέρωση των μέτρων της αρετής, δήλωση της πνευματικής καταστάσεις, αποκάλυψη των μελλοντικών καταστάσεων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχεικανείς.



Μια είναι εξωτερικώς η στάση της προσευχής αλλά παρουσιάζει πολλές ποικιλίες και διάφορες. Άλλοι συνομιλούν μαζί του σαν σε φίλο και κύριο του, και του προσφέρουν τον ύμνο και την ικεσία χάριν των άλλων και όχι του εαυτού τους. Άλλοι ζητούν πλούτο και δόξα και περισσότερη παρρησία.

Άλλοι παρακαλούν να απαλλαγούν τελείως από τον εχθρό τους.

Μερικοί παρακαλούν να τους δοθεί κάποια τιμή, και μερικοί για την τέλεια εξάλειψη του χρέους τους.

Άλλοι ζητούν απελευθέρωση από τα δεσμά των παθών και άλλοι συγχώρεση των αμαρτημάτων.


Μην επιτηδεύεσαι τα λόγια της προσευχής σου.

Γιατί πολλές φορές τα απλά και ανεπιτήδευτα ψελλίσματα των μικρών παιδιών ευχαρίστησαν και ικανοποίησαν τον  ουράνιο Πατέρα τους.

Μη ζητάς να λέγεις πολλά στην προσευχή σου, για να μην διασκορπιστεί ο νους σου αναζητώντας λόγια .



Ένας λόγος τελωνικός και ένας λόγος πίστεως έσωσε τον ληστή.

Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές δημιούργησε στο νου φαντασίες και διάχυση, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει το νου.

Όταν αισθάνεσαι γλυκύτητα η κατάνυξη σε κάποιο λόγο της προσευχής σου, σταμάτησε σε αυτόν γιατί συμπροσεύχεται μαζί μας ο φύλαξ  Άγγελός μας.


Άλλο πράγμα είναι ο ρύπος της προσευχής, άλλο ο αφανισμός,  άλλο  η κλοπή και άλλο ο μώμος.

Ο ρύπος είναι το να ίστασαι ενώπιον του Θεού και αν έχεις αισχρές σκέψεις.

Ο αφανισμός είναι το να αιχμαλωτίζεται ο νους σου από μάταιες φροντίδες και μέριμνες.

Η κλοπή είναι το να πέφτει η σκέψη ανεπαίσθητα σε ρεμβασμό.

Και  μώμος είναι ο οποιαδήποτε πειρασμός που έρχεται να μας θίξει την ώρα της προσευχής.

Όταν δεν είμαστε μόνοι μας κατά την ώρα της προσευχής τότε ας λαμβάνουμε μόνο εσωτερικά την αρμόζουσα ικετευτική στάση.


Όταν όμως απουσιάζουν εκείνοι που θα μας επαινούσαν, τότε ας συμμορφώσουμε αναλόγως και την εξωτερική μας στάση.

Γιατί στους ατελείς πολλές φορές ο νους συμμορφώνεται προς την στάση του σώματος.

Ο Θεός, ο καλός μας οικονόμος, τους ευγνώμονες τους εφελκύει στην ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ με την σύντομη εκπλήρωση του αιτήματος των.

Ενώ τις αχάριστες και όμοιους με τους σκύλους ψυχές τις αναγκάζει να κάθονται πλησίον Του  προσευχόμενες, πεινασμένες και διψασμένες για τα αιτήματα τους.

Γιατί ο αγνώμων σκύλος μόλις πάρει το ψωμί, απομακρύνεται αμέσως από εκείνον που του το έδωσε…

Τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών Περὶ τῆς Ἱερᾶς καὶ Θεοποιοῦ Προσευχῆς




Αὐτὴ ἡ θεία προσευχή, ἡ ἐπίκλησις τοῦ Σωτῆρος μας, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», εἶναι καὶ προσευχὴ καὶ εὐχὴ καὶ ὁμολογία πίστεως. Παρέχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι χορηγὸς θείων δωρεῶν, κάθαρσις τῆς καρδίας, ἐκδίωξις τῶν δαιμόνων, κατοίκησις μέσα μας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ θείων λογισμῶν, ἀπολύτρωσις ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, θεραπεία τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, χορηγὸς θείου φωτισμοῦ, βρύσις τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων εἰς τὸν ταπεινὸν ἄνθρωπον, καὶ τὸ μόνον σωτήριον, διότι περιέχει τὸ σωτήριον Ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας, ποὺ εἶναι τὸ μόνο ὄνομα ποὺ μᾶς ἐδόθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθοῦμε μὲ κανένα ἄλλο ὄνομα, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος (Πράξ. δ´ 12).
Διὰ τοῦτο τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» εἶναι:
Προσευχή, διότι δι᾿ αὐτῆς ἐπιζητοῦμεν τὸ θεῖον ἔλεος.
Εὐχή, διότι παραδίδομεν τὸν ἑαυτόν μας εἰς τὸν Χριστὸν διὰ τῆς ἐπικλήσεώς του.
Ὁμολογία, ἐπειδὴ τοῦτο τὸ ὄνομα ὡμολογήσας ὁ Πέτρος ἐμακαρίσθη.
Μεταδοτικὴ Πνεύματος Ἁγίου, διότι κανεὶς δὲν λέγει Κύριον Ἰησοῦν παρὰ μόνον μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
Χορηγὸς θείων δωρεῶν, ἐπειδὴ διὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτὴν ὑποσχέθηκε ὁ Χριστὸς εἰς τὸν Πέτρον τὰ κλειδιὰ τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. (Ματθ. ιστ´, 19).
Κάθαρσις καρδίας, διότι βλέπει καὶ καλεῖ τὸν Θεὸν διὰ τῆς εὐχῆς αὐτῆς. Καὶ πάλιν ἡ εὐχὴ αὐτὴ καθαρίζει αὐτὸν ποὺ βλέπει τὸν Θεόν.
Δίωξις δαιμόνων, διότι ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐδιώχθησαν καὶ διώκονται δαίμονες.
Ἐνοίκησις Χριστοῦ, διότι ὅταν ἔχωμεν τὴν μνήμην τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα μας καὶ μᾶς γεμίζει εὐφροσύνη, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός: «Θυμήθηκα τὸν Θεὸν καὶ ἔνοιωσα εὐφροσύνην» (Ψαλμ. 76, 4).
Πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ λογισμῶν, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ θησαυρὸς κάθε σοφίας καὶ γνώσεως καὶ τὰ χορηγεῖ αὐτὰ εἰς ἐκείνους ποὺ κατοικεῖ.
Ἁμαρτιῶν ἀπολύτρωσις, ἐπειδὴ διὰ τὴν ὁμολογίαν του εἶπε εἰς τὸν Πέτρον ὁ Κύριος: «Ὅσα θὰ λύσῃς, θὰ εἶναι λυμένα εἰς τὸν οὐρανόν» (Ματθ. ιστ´, 19).
Θεραπευτήριον ψυχῶν καὶ σωμάτων, διότι ὁ Πέτρος εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σήκω καὶ περιπάτει» (Πράξ. γ´, 6). Καὶ πάλιν: «Αἰνέα, σὲ θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός» (Πράξ. 9, 34).
Χορηγὸς θείου φωτισμοῦ, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν καὶ μεταδίδει τὴν λαμπρότητα καὶ τὴν χάριν του εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται· ὅπως λέγει καὶ ὁ ψαλμωδός: «Ἂς εἶναι ἡ λαμπρότης τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας ἐπάνω μας» (Ψαλμ. 89, 17).
Βρύσις θείου ἐλέους, διότι ἐπιζητοῦμε τὸ ἔλεος. Καὶ ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων καὶ εὐσπλαγχνίζεται ὅλους ὅσοι τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ ἀποδίδει τὸ δίκαιον γρήγορα εἰς ἐκείνους ποὺ φωνάζουν πρὸς Αὐτόν.
Δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων καὶ μυήσεων εἰς τοὺς ταπεινούς, διότι εἰς τὸν ἁλιέα Πέτρον ἐδόθη ἡ χάρις τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ οὐρανίου Πατρὸς καὶ ὁ Παῦλος ἡρπάγη ἐν Χριστῷ καὶ ἤκουσε θείας ἀποκαλύψεις. Καὶ πάντοτε ἐνεργεῖ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον.
Εἶναι τέλος πάντων τὸ μόνον Σωτήριον, διότι εἰς τὸ ὄνομα κανενὸς ἄλλου δὲν μποροῦμε νὰ σωθοῦμε, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος (Πράξ. δ´ 12). Καὶ μόνον ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου.
Διὰ τοῦτο πρέπει ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ ὁμολογοῦμε ἀδιάλειπτα τοῦτο τὸ ὄνομα καὶ διὰ τὴν διακήρυξιν τῆς πίστεως καὶ διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τίποτε ποτὲ δὲν πρέπει νὰ μᾶς χωρίσῃ. Διότι τὸ Ὄνομά του παρέχει χάριν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ἀπολύτρωσιν καὶ θεραπείαν, ἁγιασμὸν καὶ φωτισμὸν καὶ πρὸ πάντων τὴν σωτηρίαν.
Μὲ τὸ θεῖον αὐτὸ Ὄνομα οἱ Ἀπόστολοι ἔκαναν καὶ ἐδίδαξαν μεγάλα καὶ θαυμαστά. Καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος λέγει: «ταῦτα γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰωάν. κ´ 31). Ἰδοὺ ἡ σωτηρία καὶ ἡ ζωή.

Ἀνωνύμου τινος Ἁγίου Λόγος Θαυμάσιος Περὶ τῶν λόγων τῆς Θείας Προσευχῆς δηλαδή, τοῦ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.




Πόσην δύναμιν ἔχει ἡ εὐχή, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με; Καὶ τί λογῆς χαρίσματα χαρίζει εἰς ἐκείνους ὅπου τὴν μεταχειρίζονται; Καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν τοὺς φέρνει; Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ εἰποῦμεν ἐμεῖς καὶ νὰ τὸ φανερώσωμεν.
Ἐμεῖς μόνον τοῦτο νὰ εἰποῦμε διὰ τὴν εὐχὴν αὐτήν, ὅτι ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν Ἀποστόλων ἐχαρίσθη εἰς τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἐδιωρίσθη νὰ τὴν λέγουν ἀκαταπαύστως. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν γνωρίζουν ὅλοι τί φανερώνουν τὰ λόγια τῆς εὐχῆς αὐτῆς, διὰ τοῦτο θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰ λόγια τῆς εὐχῆς καὶ κυρίως νὰ κάνωμεν φανερὸν ποίαν ὠφέλειαν λαμβάνουν οἱ Χριστιανοὶ ὅταν λέγουν μὲ συναίσθηση τὴν εὐχὴν αὐτήν.
Οἱ τρεῖς κορυφαῖοι Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, ὁ Παῦλος, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Πέτρος, ἐχρησιμοποίησαν πρῶτοι τὰ λόγια τῆς εὐχῆς καὶ ἀπὸ αὐτούς, ὡσὰν μιὰ κληρονομιὰ πατροπαράδοτον τὰ ἐπαραλάβαμεν καὶ ἐμεῖς.
Ὁ θειότατος Παῦλος ὅπου ἠξιώθη νὰ ἀναβῇ ἕως τρίτου οὐρανοῦ, λέγει τὸ Κύριε Ἰησοῦ· «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α´ Κορ. ιβ´, 3). Μὲ τὸ νὰ λέγῃ, πὼς δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἰπῇ τοῦτο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, παρὰ μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, φανερώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μὲ τρόπον θαυμάσιον, πὼς αὐτὸ τὸ ὄνομα εἶναι τόσον πολὺ ὑψηλὸν καὶ ἀνώτερον ἀπὸ τὰ ἄλλα ὀνόματα τῶν πολλῶν, διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ εἰπῇ κανεὶς διαφορετικά, παρὰ μὲ Πνεῦμα Ἅγιον.
Καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης ὅπου ἐβρόντησε τὰ πνευματικὰ καὶ θεολογικά του λόγια, ἐπῆρε τὸ τέλος τοῦ Παύλου καὶ τὸ ἔκαμεν ἀρχὴν καὶ λέγει: «Πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστί» (Α´ Ἰωάν. δ´, 2).
Ὁμοίως καὶ ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων Πέτρος ἐπῆρε τὸ τέλος τοῦ Ἰωάννου καὶ τὸ ἔκαμεν ἀρχήν, δηλαδὴ τὸ Χριστός. Ὅταν ἐρώτησεν ὁ Κύριός μας τοὺς μαθητάς του: «Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε: σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. ιστ´, 16-17).
Καὶ στοχάσου τούτους τοὺς τρεῖς ἱερωτάτους Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτὰ τὰ θεῖα λόγια ὅπου λέγουν, ὅτι εἶναι πιασμένοι ἀναμεταξύ τους ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, ὡσὰν εἰς κύκλον. Ὁ Παῦλος λέγει Κύριον Ἰησοῦν, ὁ Ἰωάννης Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ὁ Πέτρος Χριστὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι γίνεται ἕνας κύκλος θαυμάσιος καὶ τὸ τέλος ὅπου εἶναι τὸ «Υἱὸς τοῦ Θεοῦ», ἀνταμώνεται μὲ τὴν ἀρχὴν ὅπου εἶναι τό, «Κύριος». Ἐπειδὴ δὲν ἔχει καμμίαν διαφορὰν τὸ νὰ εἴπῃ κανεὶς Κύριον καὶ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὅτι καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ φανερώνουν τὴν θεότητα τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
Καὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον μᾶς παρέδωσαν οἱ μακάριοι Ἀπόστολοι νὰ λέγωμεν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ νὰ ὁμολογοῦμεν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, Υἱὸν τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καὶ ἡ τάξις τῶν Ἀποστόλων ὅπου εἶπαν αὐτὰ τὰ θεῖα λόγια δὲν εἶναι χωρὶς λογαριασμόν, ἀλλὰ ἔχει τὴν ἐξήγησίν της. Ὁ πρῶτος ποὺ εἶπε αὐτὰ εἶναι ὁ Παῦλος καὶ ὁ μέσος εἶναι ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ ὕστερος εἶναι ὁ Πέτρος. Ἀπὸ τὸν Παῦλον, ὁποῦ εἶναι ὕστερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ἄρχισεν ἡ μυστικὴ παράδοσις τῆς εὐχῆς του, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, καὶ διὰ μέσου τοῦ Ἰωάννου πηγαίνει εἰς τὸν Πέτρον, ὅπου εἶναι ὁ πρῶτος, καὶ ἐκεῖ τελειώνει.
Καὶ καθὼς νομίζω, τοῦτο εἶναι σημεῖον τῆς προκοπῆς ἡμῶν καὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Θεὸν διὰ μέσου τῆς πράξεως καὶ θεωρίας μὲ τὴν ἀγάπην. Ὁ Παῦλος σημαίνει τὴν πράξιν, καθὼς λέγει ὁ ἴδιος «περισσότερον πάντων ἐκοπίασα» (Α´ Κορ. ιε´, 10). Ὁ Ἰωάννης σημαίνει τὴν θεωρίαν, ὅπως καὶ τὸ ὄνομα Θεολόγος, ὅπου ἔχει, τὸ φανερώνει αὐτό. Καὶ ὁ Πέτρος σημαίνει τὴν ἀγάπην, καθὼς τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Φιλεῖς με Πέτρε; ποίμαινε τὰ πρόβατά μου» (Ἰωάν. κα´, 16).
Ὥστε ὅποιος καταγίνεται εἰς αὐτὴν τὴν εὐχὴν προκύπτει καὶ εἰς τὴν πρακτικὴν ἀρετὴν καὶ ἀπὸ τὴν πράξιν ἀναβαίνει καὶ εἰς τὴν θεωρίαν καὶ ἀποκτᾶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ ἑνώνεται μὲ τὸν Ἅγιον Θεόν.
Δὲν σημαίνουν μόνον αὐτὰ τὰ θεῖα λόγια της εὐχῆς, ἀλλὰ φανερώνουν ἀκόμη καὶ τὸ ὀρθὸν δόγμα τῆς πίστεώς μας καὶ ἀνατρέπουν κάθε αἵρεσιν τῶν αἱρετικῶν.
Τὸ «Κύριε» φανερώνει τὴν θείαν φύσιν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀνατρέπει τὴν αἵρεσιν ἐκείνων, ὁποῦ τὸν ἔλεγον πὼς εἶναι μόνον ἄνθρωπος καὶ Θεὸς δὲν εἶναι. Τὸ «Ἰησοῦς» φανερώνει πάλιν τὴν ἀνθρώπινην φύσιν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀνατρέπει τὴν αἵρεσιν ἐκείνων ὁποῦ τὸν ἔλεγον πὼς εἶναι μόνον Θεὸς καὶ ἄνθρωπος δὲν εἶναι, ἀλλὰ κατὰ φαντασίαν φαίνεται ἄνθρωπος. Ὁ Δαβὶδ εἰς τοὺς ψαλμοὺς εἶπεν: «Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου» (Ψαλμ. 109, 1). Καὶ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εὐηγγέλισεν εἰς τὴν Θεοτόκον τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς εἶπε: «Καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Λουκ. α´, 31). Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι Κύριος καὶ ἐξουσιαστὴς τῶν πάντων καὶ Θεός, ἠθέλησε διὰ τὴν ἄκραν αὐτοῦ ἀγαθότητα καὶ εὐσπλαγχνίαν νὰ γίνῃ ἄνθρωπος, διὰ νὰ σώσῃ τὸν ἄνθρωπον. Καὶ διὰ τοῦτο ὠνομάσθη καὶ Ἰησοῦς, ὁποῦ θέλει νὰ εἰπῇ σωτὴρ καὶ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.
Τὸ «Χριστὸς» φανερώνει τὴν θέωσιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὁποῦ ἔλαβεν ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ ἐσαρκώθη καὶ ἔγινεν ἄνθρωπος. Πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος καὶ τὸν θάνατόν του τὸ ἐμπόδιζεν εἰς τοὺς μαθητάς του καὶ δὲν τοὺς ἄφηνε νὰ τὸν κηρύττουν Χριστόν. Ὕστερα ὅμως ἀπὸ τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάστασίν του, μὲ μεγάλην παρρησίαν τὸν ὠνόμαζεν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἔμπροσθεν εἰς τὸν λαὸν τῶν Ἰουδαίων, Χριστόν, λέγοντας «γινωσκέτω πᾶς οἶκος Ἰσραήλ, ὅτι καὶ Κύριον αὐτὸν καὶ Χριστὸν ὁ Θεὸς ἐποίησε» (Πράξ. β´, 36).
Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ὁποῦ ἔλαβεν ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, παρευθὺς τότε ἐχρίσθη ἀπὸ τὴν θεότητά του, πλὴν ἀφ᾿ οὗ ἐσταυρώθη καὶ ἀνέστη ἐκ νεκρῶν καὶ ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός, τότε ἔγινε ὁμόθεος. Διὰ τοῦτο ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνάληψιν ἦταν καιρὸς νὰ φανερωθῇ ἡ ὀνομασία αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ κηρύττεται ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ Χριστὸς καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός.
Περὶ τῶν δυὸ φύσεων τοῦ Χριστοῦ ἂς ἀναφέρωμεν καὶ τὰ ἀκόλουθα, ἐκ τοῦ τετάρτου θεολογικοῦ Λόγου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ἄνθρωπος μὲν λέγεται, ὄχι μόνον διὰ νὰ κατανοηθῇ διὰ τῆς σωματικῆς του φύσεως ἀπὸ τοὺς σωματικοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ κατ᾿ ἄλλον τρόπον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατανοηθῇ ἐξ αἰτίας τοῦ ἀκατάληπτου τῆς θείας φύσεώς του, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ παίξῃ τὸν ρόλον τῆς ζύμης εἰς τὸ ὅλον φύραμα καὶ διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν καταδίκην τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἑνώνοντάς το μὲ τὸν ἑαυτόν του, γενόμενος τὰ πάντα ὑπὲρ ὅλων, ὅσα ἐγίναμεν ἡμεῖς ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν» (Ἑβρ. δ´, 15).
Ἔγινε δηλαδὴ σῶμα, ψυχή, νοῦς, τὰ ὁποῖα διαιρεῖ ὁ θάνατος. Ἔγινε τὸ κοινὸν κράμα ὅλων αὐτῶν, δηλαδὴ ἄνθρωπος, Θεὸς ὁρατός, διὰ νὰ γίνῃ ἀντιληπτὸν τὸ ἀόρατον μέρος του. Υἱὸς ἀνθρώπου δὲ λέγεται διότι κατάγεται καὶ ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ ἀπὸ τὴν παρθένον, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐγενήθη. Τὸν μὲν Ἀδάμ, ἔχει προπάτορα, τὴν δὲ παρθένον ἄμεσον μητέρα μὲ τὸν τρόπον, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὴν διαδικασίαν τῆς γεννήσεως.
«Χριστὸς» πάλιν λέγεται, ἐπειδὴ ἔχει τὴν Θεότητα· διότι αὐτὴ εἶναι τὸ χρίσμα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ὁποία δὲν τὸν ἁγιάζει μὲ τὴν ἐνέργειάν της ὅπως τοὺς ἄλλους Χριστούς, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ εἶναι ὁλόκληρος παροῦσα ἐν αὐτῷ. Αὐτὴ εἶχεν ἔργον νὰ κάνῃ νὰ ὀνομασθῇ ἄνθρωπος ἡ χρίουσα φύσις καὶ νὰ γίνῃ Θεὸς ἡ χρισμένη φύσις.
Οἱ θεόσοφοι Πατέρες μας παρέλαβον ὡσὰν μία κληρονομίαν πατροπαράδοτον τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὴν παρέδωσαν εἰς ἡμᾶς διὰ νὰ λέγωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ θεῖα αὐτὰ λόγια, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Τὰ λόγια αὐτὰ οἱ θεῖοι Πατέρες τὰ ἐτύπωσαν βαθειὰ εἰς τὴν καρδίαν τους καὶ πάρα πολὺ τὰ ἠγάπησαν. Τὸ γλυκύτατον ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ εἶχαν μόνον αὐτὸ διὰ τελείαν προσευχὴν καὶ ἠγωνίζοντο εἰς ὅλην των τὴν ζωὴν ἀκατάπαυστα, πῶς νὰ χορτάσουν τὴν γλυκύτητα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ πάντοτε ἦσαν Ἄγγελοι ἐπίγειοι ἢ ἄνθρωποι οὐράνιοι. Εἰς τόσον ὕψος ἀρετῆς ἀνέβηκαν μὲ τὸ μέσον αὐτῆς τῆς γλυκυτάτης ὀνομασίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὅμως εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀρχαρίους καὶ ἀτελεῖς πρεπόντως παρέδωσαν νὰ λέγωμεν ἀκόμη καὶ τὸ «ἐλέησόν με». Δηλαδή, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὄχι διὰ ἄλλο αἴτιον, παρὰ διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὰ μέτρα μας καὶ τὴν κατάστασίν μας καὶ πῶς χρειαζόμεθα τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος τοῦ Ἁγίου Θεοῦ. Πρέπει νὰ πιστεύωμεν ὅτι εἴμεθα ὡσὰν τὸν τυφλὸν ἐκεῖνον ὁποῦ λέγει τὸ Εὐαγγέλιον, ὁ ὁποῖος ἔχοντας πόθον νὰ λάβῃ τὸ φῶς τῶν ματιῶν του, ἐφώναζεν πρὸς τὸν Κύριόν μας καὶ ἔλεγεν· «Ἰησοῦ, ἐλέησόν με» (Μάρκ. ι´, 47). Ἔτσι καὶ ἐμεῖς ὡσὰν τυφλοὶ ὁποῦ εἴμεθα εἰς τὴν ψυχήν, νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν νὰ δείξῃ τὸ ἔλεός Του εἰς ἡμᾶς καὶ νὰ ἀνοίξῃ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας νὰ τὸν ἰδοῦμεν νοερῶς.
Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὴν ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ νὰ φωνάζωμεν ἀκαταπαύστως τό, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», δηλαδὴ λυπήσου με, Κύριε, τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν ὁποῦ εὑρίσκομαι καὶ δέξου με πάλιν εἰς τὴν χάριν σου.
Δός μου πνεῦμα δυνάμεως, διὰ νὰ μὲ δυναμώσῃ νὰ ἀντισταθῶ εἰς τοὺς πειρασμοὺς τοῦ διαβόλου καὶ εἰς τὴν κακὴν συνήθειαν τῆς ἁμαρτίας. Δός μου πνεῦμα σωφρονισμοῦ, διὰ νὰ σωφρονισθῶ καὶ νὰ ἔλθω εἰς αἴσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ μου, διὰ νὰ διορθωθῶ. Δός μου πνεῦμα φόβου, διὰ νὰ φοβοῦμαι καὶ νὰ φυλάττω τὰς ἐντολάς σου.
Δός μου πνεῦμα ἀγάπης, διὰ νὰ σὲ ἀγαπῶ καὶ νὰ μὴν χωρίζομαι πλέον ἀπὸ κοντά σου, δός μου πνεῦμα εἰρήνης, διὰ νὰ φυλάττῃ τὴν ψυχήν μου εἰρηνικὴν καὶ νὰ συμμαζώνω ὅλους τοὺς διαλογισμοὺς καὶ νὰ εἶμαι ἥσυχος καὶ ἀτάραχος.
Δός μου πνεῦμα καθαρότητος, διὰ νὰ μὲ φυλάττῃ καθαρὸν ἀπὸ κάθε μολυσμόν. Δός μου πνεῦμα πραότητος, διὰ νὰ εἶμαι ἥμερος εἰς τοὺς ἀδελφούς μου Χριστιανοὺς καὶ νὰ ἀπέχω ἀπὸ τὸν θυμόν. Δός μου πνεῦμα ταπεινοφροσύνης, διὰ νὰ μὴ φαντάζομαι ὑψηλὰ καὶ ὑπερηφανεύωμαι.
Ὥστε ἐκεῖνος ὁποῦ γνωρίζει τὴν ἀνάγκην ὁποῦ ἔχει ἀπὸ ὅλα αὐτά, καὶ τὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν πολυέλεον Θεόν, φωνάζοντας, τὸ «Κύριε ἐλέησον», αὐτὸς βεβαιότατα θέλει λάβῃ ἐκεῖνο ὁποῦ ζητεῖ καὶ θέλει ἐπιτύχει τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ τὴν χάριν του.
Ἐκεῖνος ὁποῦ ἀπὸ συνήθειαν μόνον φωνάζει τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ λάβῃ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Διότι καὶ πρωτύτερα ἔλαβε πολλὰς χαρὰς ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ δὲν τὰς ἀνεγνώρισεν, μήτε εὐχαρίστησε τὸν Ἅγιον Θεὸν ὅπου τοῦ τὰ ἔδωκεν.
Αὐτὸς ἔλαβε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ὅταν ἐπλάσθη καὶ ἔγινεν ἄνθρωπος. Ἔλαβε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ὅταν ἀνεπλάσθη μὲ τὸ Ἅγιον Βάπτισμα καὶ ἔγινε Ὀρθόδοξος Χριστιανός. Ἔλαβε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ὅταν ἐγλίτωσεν ἀπὸ τόσους κινδύνους ψυχικοὺς καὶ σωματικοὺς ποὺ ἐπέρασεν εἰς τὴν ζωήν του. Ἔλαβε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τόσες φορὲς ὁποῦ ἀξιώθηκε νὰ κοινωνήσῃ τὰ ἄχραντα μυστήρια. Ἔλαβε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὅσες φορὲς ἥμαρτεν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἐπίκρανε μὲ τὰς ἁμαρτίας του καὶ δὲν ἐξωλοθρεύθη, μήτε ἐπαιδεύθη, καθὼς τοῦ ἔπρεπεν. Ἔλαβεν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅταν μὲ διαφόρους τρόπους εὐεργετήθη ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ δὲν τὸ ἐγνώρισεν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐλησμόνησε καὶ δὲν ἐφρόντισε διὰ τὴν σωτηρίαν του τελείως. Λοιπὸν ὁ τοιοῦτος Χριστιανὸς πῶς νὰ λάβῃ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνεται καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ πὼς λαμβάνει τέτοιαν χάριν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ φωνάζει μόνον τό, «Κύριε ἐλέησον», χωρὶς κανένα σκοπὸν καὶ τέλος, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ συνήθειαν;
Ὅσοι ὅμως ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς προστρέχουν εἰς τὸν Θεὸν καὶ φωνάζουν τό, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», διὰ νὰ τοὺς εὐσπλαγχνισθῇ ὁ πολυέλεος Κύριος καὶ νὰ τοὺς ἐλεήσῃ καὶ νὰ τοὺς δεχθῇ, ὡς τὸν ἄσωτον υἱόν, αὐτοὶ ἐξάπαντος θέλουν ἐπιτύχῃ τὸ ἔλεος τοῦ πανάγαθου Θεοῦ καὶ θέλουν λάβῃ τὴν χάριν του, διὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν σκλαβιὰν τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ σωθοῦν.
Τῇ πρεσβείᾳ τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ὁσίων Ἁγιορειτῶν Πατέρων, εἴθε νὰ εὕρωμεν ἔλεος καὶ νὰ ἔχωμεν καλὴν ἀπολογίαν ἐν τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως. Ἀμήν.

Όσιος Γέροντας Πορφύριος: Περί προσευχής.




*Ο τελειότερος τρόπος προσευχής είναι ο σιωπηλός.
*Πιο πολύ θα προσεύχεσθε για τους άλλους παρά για τον εαυτό σας. Όλοι είμαστε παιδιά του ίδιου Πατέρα, είμαστε όλοι ένα. Για αυτό όταν προσευχόμαστε για τους άλλους λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και όχι «ελέησέ τους». Τους κάνουμε έτσι ένα με τον εαυτό μας.

*Όλα τα προβλήματά μας, τα υλικά, τα σωματικά, τα πάντα, να τα αναθέτουμε στο Θεό.
*Αυτά που θέλετε να πείτε στα παιδιά σας, να τα λέτε με την προσευχή σας. Τα παιδιά δεν ακούν με τα αφτιά. Μόνον όταν έρχεται η Χάρις που τα φωτίζει, τότε ακούνε αυτά που θέλουμε να τους πούμε.
*Αν τα χαλάσω με τον επίσκοπο, αν ο επίσκοπος είναι θυμωμένος μαζί μου, η προσευχή μου δεν ανεβαίνει στον ουρανό.

ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ... ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ








Της Αικατερίνης Αντωνιάδου
Θεολόγου - Πολιτικού Επιστήμονος


- Ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ, λέγουν οι βιογράφοι του, ύψωνε τα χέρια του, σαν άλλος Μωϋσής, στην προσευχή, ενώ ο ήλιος έδυε πίσω του και τα κατέβαζε, όταν έλαμπε πάλι στο πρόσωπό του.

- ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΕΠΙΦΑΝΙΟΝ Επίσκοπον Κύπρου, επισκέφθηκε κάποτε ο Ηγούμενος ενός Μοναστηριού που είχε ιδρύσει ο ανωτέρω Άγιος και του είπε με κάποια ικανοποίησι:
- Με την ευχή σου, Δεσποτα, δεν παραμελούμε τον κανόνα της προσευχής που μας έδωσες. Διαβάζομε με προθυμία την πρώτη ώρα, την τρίτη, την έκτη και την ενάτη. (σ.σ. Οι ώρες από τα παλιά χρόνια διαβάζονταν στα μοναστήρια).
- Και τις άλλες ώρες τι κάνετε; ρώτησε με έκπληξι ο Άγιος Ιεράρχης. Δεν ασχολείσθε με την προσευχή; τότε δεν είσθε Μοναχοί. Και βλέποντας την απορία του Ηγουμένου, εξήγησε:
- Εκείνος που ανήκει στην τάξι του Μοναχού έχει καθήκον ν’ ασχολήται διαρκώς με την προσευχή και την ψαλμωδία. Ο Προφήτης Δαυΐδ, αν και βασιλιάς μαζί και πολεμιστής, το βράδυ προσευχόταν, τα μεσάνυχτα σηκωνόταν από το στρώμα του -το ομολογεί ο ίδιος- για να δοξολογήση μαζί με τούς Αγγέλους το Θεο. Πριν από τα ξημερώματα τον βρίσκομε ακόμη να δέεται. Μολις ξημέρωνε, ύψωνε την καρδιά του για να ευχαριστήση τον Πλάστη του. Το πρωϊ παρακαλούσε και πάλι, το μεσημέρι και το βράδυ έκλινε το γόνυ για να ικετεύση τον Θεόν. Γι’ αυτό μας βεβαιώνει, πως επτά φορές την ημέρα αινούσε τον Κύριο.

- ΕΝΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ λέει ότι, ο Χριστιανός, που θυμάται να συνομιλήση με τον Θεόν μόνον όταν φθάση η ωρισμένη ώρα της προσευχής, δεν έχει ακόμη μάθει να προσεύχεται.

- ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ έλεγε: Από τούτα τα τέσσερα έχει πιο πολύ ανάγκη η ψυχή. Να φοβάται την κρίσι του Θεού, να μισή την αμαρτία, ν’ αγαπά την αρετή και να προσεύχεται αδιαλείπτως.

- Ο ΑΒΒΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ έλεγε: Αν υπολογίση ο Θεός την αμέλειά μας στην προσευχή και τον σκορπισμό του νου μας στην ψαλμωδία, είναι αδύνατον να σωθούμε.

- Από του ΑΒΒΑ ΛΟΥΚΙΟΥ το κελλί πέρασαν κάποτε οι λεγόμενοι Ευχίται Μοναχοί. Ο Γέροντας τούς κράτησε και συνωμίλησε μαζί τους.- Ποιο είναι το έργο σας αδελφοί; τούς ρώτησε.
- Εμείς δεν ασχολούμεθα με καμμιά υλική εργασία, αποκρίθησαν εκείνοι. Ακολουθούμε τη σύστασι του θείου Παύλου: αδιαλείπτως προσευχόμεθα.
- Δεν τρώτε καθόλου;
- Τρώμε.
- Δεν κοιμάσθε;
- Κοιμώμεθα λίγο.
- Όταν κοιμάσθε, ποιός προσεύχεται για σας;
- ...
- Μα τότε, αδελφοί μου, είπε ο Αββάς Λούκιος, δεν κάνετε ακριβώς αυτό που λέτε. Εμείς εδώ κάνομε εργόχειρο για να μη ζούμε εις βάρος άλλων και να πως τηρούμε το "αδιαλείπτως προσεύχεσθε": Όταν αρχίζωμε το πρωϊ τη δουλειά μας, λέγει ο καθένας μας: "ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου". Δεν είναι τούτο προσευχή; Όταν με το νου προσεύχωμαι, τα χέρια μου πλέκουν. Από την εργασία μου αυτή κερδίζω δεκαέξι νομίσματα. Ξοδεύω ελάχιστα για το καθημερινό μου ψωμί και τα υπόλοιπα τα δίνω ελεημοσύνη στούς πτωχούς και αρρώστους αδελφούς μου, που δεν μπορούν να εργασθούν. Το ίδιο κάνουν και οι άλλοι αδελφοί. Όταν λοιπόν εμείς τρώμε ή κοιμώμεθα, οι πτωχοί προσεύχονται για μας και η καρδιά μας μας πληροφορεί πως έτσι εφαρμόζομαι τη σύστασι του Αποστόλου.


- Ο ΑΒΒΑΣ ΑΓΑΘΩΝΑΣ ερωτήθει από κάποιους αδελφούς, ποια αρετή νομίζει πως είναι πιο επίπονος.
- Η προσευχή, αποκρίθηκε εκείνος. Όταν ποθήση η ψυχή να συνομιλή συχνά με τον Δημιουργό της, αγωνίζονται τα πονηρά πνεύματα να την εμποδίσουν, γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει πιο ισχυρό όπλο εναντίον τους από την προσευχή. Όταν αποκτήση οποιαδήποτε άλλη αρετή η ψυχή, ύστερα ξεκουράζεται· μα για να μάθη να προσεύχεται, όπως πρέπει, χρειάζεται να κοπιάζη σ’ όλη της τη ζωη.

- Ο ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ λέγει ότι: Εκείνος που έχει συμαζεμένο το νου του, όταν προσεύχεται, και προσέχει σ’ αυτά που λέγει, απομακρύνει με τη φλόγα της προσευχής του τούς δαίμονας. Εκείνος όμως που μετεωρίζεται (= σκορπίζει το νου του σε ανώφελες σκέψεις) περιπαίζεται απ’ αυτούς.

- ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ, πολλά χρόνια κλεισμένος μέσα σε μια σπηλιά στη ρίζα ενός απόκρημνου βράχου, είχε μοναδική του απασχόλησι την προσευχή. Ο Ουράνιος Πατήρ, προνοώντας γι’ αυτόν, όπως για τα πετεινά τ’ ουρανού, τον έτρεφε μ’ αυτό το θαυμαστό τρόπο: Καθε βράδυ, ύστερα από τη δύσι του ηλίου, έβρισκε ένα ζεστό ψωμί, που έλεγες πως μόλις είχε βγη από το φούρνο, στην είσοδο της σπηλιάς του. Χρόνια γινότανε αυτό! Μια μέρα όμως, πήγε να ιδή τον Ερημίτη μας ένας συνασκητής του και καθώς συνωμιλούσαν, του υπέδειξε πως δεν ήταν σωστό να κάθεται αργός. Τον βοήθησε να κόψη καλάμια από το έλος και τον έμαθε να πλέκη πανέρια. Σαν βράδυασε, κουρασμένος από τη δουλειά και πεινασμένος ο Γεροντας, πήγε στη σπηλιά του να πάρη το ψωμί του. Με πόση ανακούφισι θα το έτρωγε! Δε βρήκε όμως τίποτε. Έτσι κοιμήθηκε νηστικός. Την άλλη μέρα ασχολήθηκε πάλι με ζήλο στο εργόχειρο, αλλά δε βρήκε πάλι στη θέσι του το βράδυ το ευλογημένο ψωμάκι, με το οποίο τόσα χρόνια τον έτρεφε ο Θεός. Στενοχωρημένος τότε προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον Κύριον να του φανερώση σε τι είχε σφάλλει, ώστε να πάψη να φροντίζη πια γι’ αυτόν. Άκουσε τότε θεία φωνή να του λέγη: - Όταν ήσουν απασχολημένος μόνο με μένα, σε έτρεφα. Τώρα που έμαθες εργόχειρο, δίκαιο είναι να σε τρέφη αυτό.

- ΈΝΑ ΓΕΡΟΝΤΑ, ρώτησαν κάποτε οι Αδελφοί της σκήτης, αν πραγματικά ωφελούνται, εκείνοι που ζητούν από τούς άλλους να προσευχηθούν για χάρι τους.
- Πολύ ισχύει δέησις δικαίου, αποκρίθηκε ο Αββάς, πλην όμως "ενεργουμένη" (Ιακώβου ε’ 16). Βοηθουμένη, με άλλα λόγια, από τον ίδιο που ζητά την προσευχή. Σε τι να ωφελήσουν αι προσευχαί των αγίων, εκείνον, που θεληματικά παραμελεί την σωτηρίαν του;

- ΈΝΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ, από τούς μεγάλους, ξεκίνησε μια μέρα να πάη στο όρος Σινά, για να επισκεφθή τούς Μοναχούς που ασκήτευαν εκεί επάνω. Στο δρόμο συνάντησε έναν απ’ αυτούς, κι’ ανέβαιναν σιγά - σιγά συζητώντας.
- Βρισκόμαστε σε μεγάλη στενοχώρια, Αββά, είπε αναστενάζοντας ο Μοναχός. Έχει μήνες να βρέξη και μας έλειψε τελείως το νερό.
- Γιατί δεν παρακαλείτε τον Θεόν να σας στείλη βροχή; ρώτησε ο Γέροντας.
- Προσευχές και λιτανείες κάνομε κάθε μέρα, αλλά δεν εισακουόμεθα.
- Τότε δεν προσεύχεσθε, όπως πρέπει, είπε ο Πατήρ. Έλα, Αδελφέ, να κάνωμε μια προσευχή μαζί κι’ ελπίζω πως θα την δεχτή ο φιλεύσπλαγχνος Θεός. Στάθηκαν. Ο Άγιος Γεροντας σήκωσε τα χέρια του στον Ουρανό και έκαμε μια σύντομη, αλλά θερμη προσευχή στον Κυριο, να λυπηθή τα πλάσματά Του που υποφέρουν και να στείλη σ’ αυτά την ευεργετική βροχή Του. Δεν είχε προφθάσει να τελειώση, όταν πελώρια μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν στον ουρανό και άρχισε να βρέχη ραγδαία βροχή. Σαστισμένος ο Αδελφός από το θαύμα, που έγινε τόσο αστραπιαία μπροστά στα μάτια του, έμεινε πολλή ώρα σαν απολιθωμένος. Ύστερα έβαλε μετάνοια στον Αββά και με πολλήν ευλάβεια του φίλησε τα πόδια. Εκείνος πάλι αποφεύγοντας τον ανθρώπινο έπαινο, δεν συνέχισε την πορεία του, αλλά γύρισε πίσω στο κελλί του.

- Από τον ΟΣΙΟ ΣΙΣΩΗ ένας αρχάριος Μοναχός ζήτησε συμβουλές. Αν θέλης, παιδί μου, ν’ αρέσης στον Θεόν, απομάκρυνε πρώτα τον εαυτό σου ψυχικά από τον κόσμο, αποκρίθηκε ο σοφός Πατήρ. Μη απασχολής το νου σου με τα γήϊνα. Ανέβα από τα κτίσματα στο Δημιουργό τους. Η προσευχή και το κατανυκτικό δάκρυ ας φτιάξουνε ένα ισχυρό δεσμό ανάμεσα σε σένα και τον Πλάστη σου. Τοτε μόνο θα βρη η ψυχή σου ανάπαυσι στον πρόσκαιρο κόσμο και στην αιωνιότητα.

- Ο ΑΒΒΑΣ ΠΑΜΒΩ κατέβαινε μια φορά στην πόλι, μαζί με άλλους αδελφούς. Στο δρόμο συναντήθηκαν με χωρικούς αγρότες που είχαν αφήσει τη δουλειά τους κι’ είχαν ξαπλώσει κατά γης για να ξεκουραστούν.
- Σηκωθήτε επάνω, αδέλφια, τούς είπε ο Γεροντας, να χαιρετήσετε τούς Μοναχούς, για να πάρετε την ευλογία τους. Αυτοί που βλέπετε, συνομιλούν διαρκώς με τον Θεόν και τα στόματά τους είναι αγιασμένα.

- Ο ΑΒΒΑΣ ΔΟΥΛΑΣ, ο μαθητής του Οσίου Βησσαρίωνος, διηγείτο στούς Αδελφούς. Κάποτε, ενώ περπατούσαμε στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας, ο Γέροντας μου κι’ εγώ, κυριεύθηκα από υπερβολική δίψα.
- Διψώ, Αββά, είπα στον Γεροντα μου.
- Πιές από τη θάλασσα, μου είπε. Τον κύτταξα με απορία. Πινόταν εκείνο το νερό, που ήταν όλο αλμύρα και θειάφι; Ο Γέροντας όμως είχε σταθή σε προσευχή και με το ευλογημένο χέρι του σταύρωνε τα νερά.
- Πιές, μου ξανάπε. Υπήκουσα. Πήρα με τη χούφτα μου και ήπια. Το πικρό νερό της Νεκράς Θαλασσας είχε γίνει πιο γλυκό από μέλι. Σαν είδα το θαύμα αυτό, ετοιμάστηκα να γεμίσω το μικρό λαγήνι που είχα μαζί μου.
- Γιατί το γεμίζεις; με ρώτησε ο Γεροντας.
- Για να το έχω, όταν διψάσω πάλι, Αββά. Με κύτταξε με αυστηρό βλέμμα:
- Ο Θεός που είναι εδώ, ολιγόπιστε, θα είναι και πιο κάτω. Άλλη φορά θέλαμε να περάσωμε το ποτάμι και δεν βρίσκαμε βάρκα. Ο Γέροντας τότε, που βιαζόταν, έκανε την προσευχή του και πέρασε στην αντίθετη όχθη, περπατώντας πάνω στα νερά.
- Πως αισθανόσουν; τον ρώτησα αργότερα.
- Ένοιωθα το νερό ως τούς αστραγάλους μόνο, μου αποκρίθηκε. Από κει και πέρα, περπατούσα όπως στην ξηρά.

- ΚΑΠΟΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ σε μια σκήτη ήταν πρόθυμος στην προσευχή, αλλά αμελής σ’ όλα τ’ άλλα. Μια μέρα πήγε ο διάβολος σ’ έναν από τούς εκεί Πατέρες και του είπε με ειρωνεία:
- Τι παραδοξολόγοι που είσαστε σεις οι άνθρωποι.
- Γιατί; τον ρώτησε εκείνος.
- Να, ο τάδε Μοναχός αίφνης με κρατά κάτω από τη μασχάλη του και με σφίγγει δυνατά να μη του φύγω, κάνοντας όλα μου τα θελήματα. Κι’ ύστερα στέκεται ώρες ολόκληρες και λέγει στο Θεό: "ρύσαί με από του πονηρού".

- Ο ΑΒΒΑΣ ΗΣΑΪΑΣ ο Αναχωρητής, γράφει. Όταν προσεύχεσαι με ταπεινοσύνη, έχοντας βαθειά συναίσθησι της αναξιότητός σου, η προσευχή σου γίνεται αμέσως δεκτή από τον Θεο. Αν όμως, ενώ προσεύχεσαι, σου έλθη στο νου πως ο τάδε Αδελφός την ώρα αυτή κοιμάται η ο δείνα είναι αμελής κι’ αρχίζεις έτσι την κατάκρισι, τότε ο κόπος σου πηγαίνει εντελώς χαμένος.

- ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΒΒΑΣ συμβουλεύει: "Πρόσεχε, χριστιανέ, να μην αδικήσης ποτέ τον αδελφό σου, για να γίνεται δεκτή από τον Θεο η προσευχή σου. Αν όμως αδικήσης, η προσευχή σου είναι απαράδεκτη. Οι αναστεναγμοί του αδικημένου δεν την αφήνουν να φθάση στον Ουρανό. Αν μάθης πως κάποιος σε κακολογεί και έλθει καμμιά φορά να σ’ επισκεφθή, μη του δείξης με τον τρόπο σου πως τα γνωρίζεις όλα και είσαι στενοχωρημένος μαζί του. Δεξου τον χαρούμενος, με ήρεμο πρόσωπο και γλυκό τρόπο, για να βρη παρρησία στον Θεο η προσευχή σου."

- Ο ΑΒΒΑΣ ΜΩΫΣΗΣ λέγει για την προσευχή: Πρόσεχε να διατηρής στην καρδιά σου βαθειά την συναίσθησι της αμαρτωλής σου καταστάσεως, για να γίνεται δεκτή η προσευχή σου. Όταν απασχολής το νου σου με τις δικές σου αμαρτίες, δεν θα σου μένη καιρός να παρακολουθής τα σφάλματα των άλλων.

- Ο ΑΒΒΑΣ ΖΗΝΩΝ λέγει: Θελεις ν’ ακούη παρευθύς ο Θεός την προσευχή σου, Αδελφέ; Σαν σηκώνης τα χέρια στον Ουρανό, προσευχήσου πρώτα απ’ όλα, με την καρδιά σου, για τούς εχθρούς σου και ο Θεός θα σου δώση γρήγορα ο,τι άλλο του ζητήσεις.

- ΈΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ συμβούλευε τούς Μοναχούς: "Αν εργάζεσαι το εργόχειρό σου και σημάνη η ώρα της προσευχής, μη πης στον εαυτό σου· "ας αποτελειώσω τη σειρά που μου απόμεινε η ας συμπληρώσω λίγες βελονιές κι’ ύστερα πηγαίνω". Παραμέρισε όλα τ’ άλλα καθήκοντα και δόσε το χρέος σου στον Θεο. Διαφορετικά μαθαίνεις να θεωρής πάρεργο την Προσευχή και την Ακολουθία. Έτσι όμως και την ψυχή στερείς από πνευματική τροφή και το σώμα σου από υλική. Γιατί δε θα προκόψη το εργόχειρό σου, χωρίς την ευλογία του Θεού. Η προθυμία σου στα πνευματικά και στα σωματικά θα φανή από το πρωϊ που θα ξημερώση".

- ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ που είχε μεγάλη πείρα στα πνευματικά, ρώτησε ένας Αδελφός. Πως ν’ αποκτήσω κατάνυξι στην προσευχή, Αββά; Και του εμπιστεύθηκε πως έκανε μεγάλη προσπάθεια να ψάλλη μελωδικά για ν’ αντιστέκεται στον ύπνο που τον ενοχλούσε στην Ακολουθία. - Η ψυχή, παιδί μου, δε συγκινείται τόσο από τη μελωδία, όσο από το περιεχόμενο του ψαλμού, εξήγησε ο Όσιος. Προσέχοντας μόνο να ψάλλης μελωδικά, κινδυνεύεις να πέσης σε κενοδοξία και να σκληρύνη πιο πολύ η καρδιά σου. Είτε προσεύχεσαι, είτε ψάλλεις, να έχης πάντοτε βαθειά συναίσθησι ότι βρίσκεσαι μπροστά στον Άγιο Θεο. Μην επιτρέπης στο νου σου να ρεμβάζη. Αγάπησε την ταπεινοσύνη, που γεννά την κατάνυξι. Μη θέλης να κάνης επίδειξη της σοφίας και των γνώσεών σου. Προτίμα να διδάσκεσαι παρά να διδάσκης. Κοντά στα παραπάνω, βλέποντας ο Θεός την αγαθή σου προαίρεσι, θα σου δώση το χάρισμα της κατανύξεως.

- ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ λέγει ότι η προσευχή του χριστιανού, πρέπει να γίνεται, πρώτον, με διάθεσι ειρηνική, ύστερα με ησυχία και κοσμιότητα. Όταν προσεύχεται μαζί με άλλους στην εκκλησία, πρέπει ν’ αποφεύγη τις εξωτερικεύσεις της ευλαβείας του και τις δυνατές φωνές που φέρνουν σύγχυσι και στον ίδιο και στούς άλλους. Η προσευχή οφείλει να γίνεται με εσωτερικό πόνο της καρδιάς και με ήρεμο νου αφωσιωμένο στο Θεο. Υπάρχουν άνθρωποι, που πάσχουν από σωματικές αρρώστιες κι’ ενώ χειρουργούνται η καυτηριάζονται από το γιατρό, υποφέρουν καρτερικά τον πόνο, χωρίς φωνές και φασαρία, σιωπηλά και υπομονετικά. Άλλοι πάλι ανυπόμονοι χαλούν τον κόσμο από τις φωνές, όταν τούς κάνουν θεραπεία. Μηπως όμως έτσι αποφεύγουν τον πόνο; Μάλλον τον αυξάνουν. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την προσευχή. Οι πνευματικώτεροι άνθρωποι προσεύχονται αθόρυβα με "στεναγμούς αλαλήτους". Έτσι διατηρούν την ψυχική τους γαλήνη. Οι άλλοι δε συγκρατούν τον εαυτό τους. Προσεύχονται μεγαλοφώνως, με εκδηλώσεις εξωτερικές, που συχνά σκανδαλίζουν τους άλλους. Ο πραγματικός χριστιανός πρέπει ν’ αποφεύγη την ακαταστασία και τα εξωτερικά σχήματα. Να προτιμά την τάξι, την ησυχία και την ταπείνωσι. Αυτό ζητά και ο Θεός με το στόμα του Προφήτου, που λέγει: "επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον, τον τρέμοντά μου τούς λόγους;" Όσοι χριστιανοί διάλεξαν αυτό το δρόμο, έγιναν παράδειγμα και φως για πολλούς άλλους.




ΜΕΡΙΚΕΣ ΤΑΠΕΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Με τα ανωτέρω κείμενα πήραμε μια μικρή γεύση από το μεγαλείο, την δύναμη, την σπουδαιότητα αλλά και την αναγκαιότητα της αρετής της Προσευχής. Η Προσευχή είναι το πνευματικό τηλέφωνο, που μας φέρνει σε επικοινωνία με τον Θεόν∙ είναι η νοητή γέφυρα, που μας αναβιβάζει στον ουρανόν και μας ενώνει μαζί Του∙ είναι ο πλέον σημαντικός τρόπος επικοινωνίας με τον Θεόν.

Η προσευχή είναι αν θέλετε ακόμη, η μητέρα των δακρύων, της κατανύξεως, της μετανοίας, της υπομονής, της ταπεινώσεως, της αγάπης και για να μην μακρυγορώ είναι η πηγή και η μητέρα όλων των αρετών, όπως μας λένε όλοι οι Άγιοι και κυρίως οι νηπτικοί Πατέρες.

Όλοι οι Άγιοι, όλοι οι Όσιοι και Ασκητές όλοι οι Πατέρες μας τίποτε άλλο δεν επιθυμούσαν διακαώς από το να προσεύχωνται συνεχώς και να έχουν εις την ενθύμηση του νου τους, το Γλυκύτατο και Σωτήριο Όνομα του Κυρίου μας, "ΙΗΣΟΥΣ" και αγωνίζονταν να το πετύχουν με την Νοερά Προσευχή, και με την ευχή: "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με", επειδή κατά τον Κορυφαίο Απόστολο Παύλο, "Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία∙ ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς" (Πραξ. δ’,12) και διότι "εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων" (Φιλιπ. β’,10).

Δια τούτο και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τονίζει∙ "Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους", δηλαδή με το όνομα του Ιησού στα χείλη, στον νου και στην καρδιά πολέμα και κτύπα τούς αισθητούς και νοητούς εχθρούς σου.

Ο δε Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει: "Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον". Είναι δηλαδή καλύτερον και προτιμότερον κάποιος να προσεύχεται και να έχει συνέχεια στο μυαλό στην μνήμη και στην σκέψη του τον Θεόν, παρά να αναπνέει.

Ο ίδιος ο Χριστός μας προτρέπει να προσευχώμαστε και να ζητάμε από Αυτόν ο,τιδήποτε θέλουμε και επιθυμούμε ή αναζητούμε, και να είμαστε σίγουροι ότι, αν αυτό που ζητάμε το ζητάμε με πίστη, θα το λάβουμε. "Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν" (Ματθ. ζ’,7), και "Πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε." (Ματθ. κα’,22).

Ακόμη μας προτρέπει να προσευχώμαστε για να μην έχουμε πειρασμούς ή για να αποφεύγουμε αυτούς∙ "Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν". (Ματθ. κστ’, 41).
Η Προσευχή χρειάζεται σε κάθε στιγμη της ζωής μας∙ ευχάριστη η δυσάρεστη, καλή ή κακή, κατά το ξεκίνημα ή το τέλος ενός έργου, όταν τρώμε, όταν εργαζώμαστε, όταν περπατάμε, όταν καθώμαστε, ακόμη και όταν κοιμώμαστε. "Είτε κάθη, είτε περιπατείς, είτε εργάζει, είτε εσθίεις, είθ’ έτερον τι ποιείς καν προς ανατολάς, καν προς δύσιν έτυχες αποβλέπων, μη διακριθής προσεύχεσθαι∙ αδιαλείπτως γαρ τούτο ποιείν και εν παντι τόπω ενετάλθημεν" μας λέγει ο Αββάς Βαρσανούφιος (Ερωτ. υμα’).


Γι’αυτό μας προτρέπει ο Απόστολος Παύλος λέγοντας "Αδιαλείπτως προσεύχεσθε εν παντί ευχαριστείτε" (Α’ Θεσ. ε’, 17).
Ακόμη και ο ίδιος ο Χριστός προσευχόταν ως άνθρωπος όσο ζούσε θέλοντας εκτός των άλλων, να γίνει ο ίδιος παράδειγμα προς μίμηση. Γι’αυτό και συχνά αποσυρόταν για να προσευχηθεί, όπως στο Σαραντάριο Όρος για 40 ημέρες όταν θα ξεκινούσε την διδασκαλία και όλο το απολυτρωτικό Του έργο. Όπως στο Όρος των Ελαιών πολλές φορές, αλλά κυρίως λίγο πριν τα Θεία Του Παθη, τονίζοντας αφ’ ενός την ανθρώπινή του φύση, αφ’ ετέρου δε την επιτακτική ανάγκη της προσευχής, που αν υπήρχε σε Αυτόν σκεφτείτε πόσο υπάρχει σε μας τούς αμαρτωλούς και αδύναμους∙ η ακόμη στο Όρος των Μακαρισμών, όπου μας δίδαξε δια μέσου της Κυριακής προσευχής και το πως πρέπει να προσευχώμαστε∙ "Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμιείόν σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ. Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε ώσπερ οι εθνικοί... ούτως ουν προσεύχεσθε υμείς∙ Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς∙ αγιασθήτω το Όνομά σου... αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού." (Ματθ. στ’,6-13).

Η προσευχή είναι ο πιο άμεσος τρόπος επικοινωνίας με τον Θεό, την Παναγία και τούς Αγίους μας, γιατί μ’ αυτήν απευθυνόμαστε κατευθείαν προς Αυτούς. Είναι μεγάλο το δώρο αυτό που μας έδωσε ο Θεός. Αν κάνουμε έναν παραλληλισμό -όσο γίνεται αυτό- με επίγειες καταστάσεις θα δούμε πως είναι πράγματι μεγάλο δώρο.
Για να συναντήσει κανείς ένα πρόσωπο στην κοινωνία μας, που κατέχει καίρια και νευραλγική θέση πρέπει να προσπαθήσει πολύ, συναντώντας πολλούς ανθρώπους ενδιάμεσα, κι αν τα καταφέρει τελικά να τον δεχτούν, πράγμα σχεδόν απίθανο, για να πει το πρόβλημά του, η επίλυσή του είναι αμφίβολη. Ενώ ο Θεός μας, ο Δημιουργός του Ουρανού και της Γης, είναι κάθε στιγμη έτοιμος να ακούσει το αίτημά μας, την χαρά μας, την λύπη μας, τη δοκιμασία μας, κάθετί που μας απασχολεί.

Έπειτα, γνωρίζουμε πολύ καλά, πως ο Θεός είναι απαθής και ανενδεής και δεν λειτουργεί έτσι από υποχρέωση και πολύ περισσότερο από ανάγκη, αλλά από αγάπη και μόνο από αγάπη και με αγάπη. Είμαστε δε σίγουροι πως θα ανταποκριθεί, ανάλογα με την πίστη μας, την επιμονή μας, την προαίρεσή και την πρόθεσή μας και πάνω απ’όλα σύμφωνα με το πνευματικό μας ΣΥΜΦΕΡΟΝ.

Βέβαια μπορεί κάποιος να πει∙ μα εγώ του ζητώ τόσα χρόνια τη βοήθειά του σε κάποιο αίτημα μου και δεν βλέπω να γίνεται κάτι. Γιατί; Είναι πράγματι ένα πολύ σημαντικό ερώτημα και δυστυχώς απασχολεί, πολλές φορές, τούς περισσότερους από εμάς. Δυστυχώς, γιατί το ερώτημα δεικνύει ότι δεν έχουμε εμβαθύνει στην Πίστη μας, δεν γνωρίζουμε πως για να έχει αποτέλεσμα επιθυμητό η προσευχή μας παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες. Παράδειγμα:
α) Ο τρόπος που ζητάμε κάτι.
Είναι εκ βαθέων και με δυνατή πίστη ή επιφανειακός;

β) Η συχνότητα της προσευχής.
Προσευχηθήκαμε μια φορά ή πολλές; Μήπως όταν προσευχώμασταν μας έπιασε αμέσως απογοήτευση ή οκνηρία; Η Αγία Μονικα, η Αγία των δακρύων, για παράδειγμα, προσευχόταν δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια για την μεταστροφή του υιού της, Αγίου Αυγουστίνου.

γ) Το πνεύμα που προσευχόμαστε.
Υπάρχει πνεύμα κατανύξεως και ταπεινοφροσύνης, ή αδιαφορίας, και οιήσεως;

δ) Είναι προς όφελος ή προς βλάβη της πνευματικής μας καταστάσεως και ζωής αυτό που ζητάμε; Μήπως αυτό που ζητάμε δεν είναι για το συμφέρον μας; Μήπως δεν πρέπει για κάποιους άλλους λόγους να το ζητάμε; Μήπως κακώς το ζητάμε και γι’ αυτό ο Θεός δεν μας το δίνει όπως λέγει και ο Αδελφόθεος Ιακωβος: "Αιτείτε και ου λαμβάνετε διότι κακώς αιτείσθε" (Ιακώβου δ’, 3).
Και αυτό το τελευταίο ίσως είναι και το πιο σημαντικό. Ο Θεός, ως Παντογνώστης και στοργικός πατέρας, γνωρίζει αν κάτι που επιθυμούμε, είναι προς όφελος της ψυχής μας η αν θα μας βλάψει και, όταν ζητάμε να γίνει κατά το θέλημα Του, πρέπει να το δεχόμαστε ακόμα και όταν προς στιγμήν δεν το κατανοούμε.

Το σημείο αυτό είναι λεπτό και πρέπει να το προσέξουμε, λένε οι Πατέρες μας. Πρέπει δηλαδή να έχουμε επίγνωση του τι αιτούμαστε προς τον Θεο, να σκεφτούμε προσεκτικά αν αυτό που ζητάμε θα μας οφελήσει πνευματικά. Διότι αν με μεγάλη επιμονή ζητήσουμε κάτι, ο Θεός μπορεί να παραχωρήσει να συμβεί και τελικά να υποφέρουμε.

Εδώ θα βοηθήσει αν στο τέλος της προσευχής μας, και επειδή εμείς δεν γνωρίζουμε το αύριο και ποιο είναι πάντα το πραγματικό μας συμφέρον, πούμε: "Ας γίνει Κυριε, όχι όπως θέλω εγώ, αλλά κατά το δικό Σου θέλημα", όπως είχε άλλωστε πει ο ίδιος ο Κυριος μας, λίγο πριν προδοθεί και συλληφθεί από τούς στρατιώτες στον κήπο της Γεσθημανής δίδοντάς πρώτος το παράδειγμα: "Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο∙ πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ". (Ματθ. κστ’, 39)

Οπότε, όταν η προσευχή μας γίνεται με πίστη και αγάπη προς τον Θεό στολισμένη με κατάνυξη και ταπείνωση θα ’χει σίγουρα καρπούς. Η χάρις του Θεού θα ’ναι μαζί μας, θα μας προστατεύει και οι επιλογές μας θα είναι σύμφωνες με το πνευματικό αλλά και το υλικό μας συμφέρον. Θα αποφύγουμε δε να ακούσουμε το του Προφήτη Ησαΐα, "εγγίζει με ο λαός ούτος εν τω στόματι αυτού και εν τοις χείλεσιν αυτών τιμώσι με, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού". (Κεφ. ΚΘ’,13).

Η προσευχή μας, επίσης, δεν θα πρέπει να έχει χαρακτήρα μόνο παρακλητικό αλλά δοξαστικό και ευχαριστιακό για όλα όσα μας συμβαίνουν. "Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν των συμβεβηκότων μοι" συνήθιζε να αναφωνεί ο ιερός Χρυσόστομος. Αν κυττάξει κανείς γύρω του η ανατρέξει στα χρόνια της ζωής του θα βρει πολλές αιτίες και αφορμές για να ευχαριστήσει και να δοξάσει τον Θεό αναφωνόντας∙ "Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου" και "Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν".

Ο αντίλογος εδώ θα πει, μα θα δει κανείς και πολύ μιζέρια και δυστυχία γύρω του. Γι’ αυτά όμως δεν είναι υπεύθυνος και αίτιος ο Θεός, όπως λέγει χαρακτηριστικά και ο Άγιος Βασίλειος ότι, "ουκ εστιν αίτιος των κακών ο Θεός", αλλά τα λάθη και οι αδικίες των ανθρώπων. Η αποστασία των κυβερνώντων αλλά και των κυβερνωμένων, από τον Θεο. Όταν δεν υπάρχει αγάπη και σεβασμός προς τον Θεό πως θα υπάρχει προς τον συνάνθρωπο; Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε όλοι.

Είμαστε λοιπόν τυχεροί που όποια στιγμη θέλουμε, ανά πάσα στιγμή, μπορούμε να χτυπήσουμε "την πόρτα" του Θεού και να μας την ανοίξει. Ο δεσμός αγάπης που υπάρχει ανάμεσα σε αγαπημένους ανθρώπους καθιστά αυτονόητη την τακτική επικοινωνία μεταξύ τους. Έτσι πρέπει και εμείς, να επικοινωνούμε μαζί Του, όσοι λέμε τουλάχιστον πως αγαπάμε τον Θεό.
Πρέπει δε, εμείς να στραφούμε με την προσευχή μας προς τον Θεό, γιατί η δική του αγάπη και φροντίδα είναι δεδομένη. Εμείς πρέπει, -όντας πλασμένοι ελεύθεροι- να δείξουμε αν έχουμε την θέληση να "πλησιάσουμε" τον Θεο και αυτός να μας βοηθήσει, "επεμβαίνοντας" στην ζωή μας.
Η ανάγκη και η θέληση αυτή υπάρχει ενδόμυχα σ’ όλους σχεδόν τούς ανθρώπους (ποιός σε μια ώρα δύσκολη δεν ανεφώνησε, Χριστούλη μου! Παναγιά μου! βοήθησέ με, σώσε με!...) πρέπει όμως και να εξωτερικευθεί κατάλληλα για να έχει καρπούς ωφέλιμους.

Πολλοί άνθρωποι σήμερα, δυστυχώς, είτε από άγνοια είτε από έλλειψη χρόνου είτε γιατί δεν ξέρουν τον τρόπο, δεν συνηθίζουν να προσεύχονται. Υπάρχει άγνοια και για τον τρόπο που πρέπει να προσευχώμαστε, αλλά και για τα συγκλονιστικά αποτελέσματα που μπορεί να έχει η εγκάρδια και με καθαρή καρδιά προσευχή. Ας ενθυμηθούμε τα πιο πάνω παραδείγματα του Γεροντικού, αλλά και τον Προφήτη Ηλία που με την προσευχή του έκλεισε τούς ουρανούς για τρισήμιση χρόνια (Ιακώβου ε’, 17) ή τούς αγίους Ιωακείμ και Άννα οι οποίοι παρ’ όλη την ηλικία τους -βαθειά γεράματα- δεν έπαψαν να προσεύχωνται με πίστη, επιμονή και ταπείνωση για να τούς χαρίσει ο Θεός ένα παιδί. Και πράγματι μετά από πολλές δεκαετίες ο Θεός τούς άκουσε στέλνοντάς τους όχι ένα παιδί απλώς, αλλά την Υπεραγία Θεοτόκο, την Μητέρα του Θεού και των ανθρώπων, την γλυκυτάτη Παναγία μας.

Πολλοί ακόμη νομίζουν πως οι προσευχές είναι μόνο για τούς Ιερείς και τα Μοναστήρια ή ότι είναι "χάσιμο χρόνου". Όμως Το "αδιαλείπτως προσεύχεσθε" του Αποστόλου δεν ελέχθει μόνο για τούς μοναχούς και κληρικούς, αλλά για ΟΛΟΥΣ τούς Χριστιανούς.
Άλλοι πάλι είναι απαισιόδοξοι και λέγουν: "ε! εμένα τώρα θα ακούσει ο Θεός;" ή "εγώ είμαι αμαρτωλός, δεν εισακούεται η προσευχή μου, γιατί να προσευχηθώ..."
Μεγάλη παγίδα του Πονηρού! Ο Διάβολος προσπαθεί, πάση θυσία, να αποτρέψει τον χριστιανό από την μεγάλη αυτή αρετή, γιατί ξέρει καλύτερα τα ευεργετικά για τον πιστό και ολέθρια γι’ αυτόν αποτελέσματά της και εφευρίσκει τούς "κατάλληλους", για τον καθένα μας, αποθαρρυντικούς λογισμούς. Μα ακριβώς, επειδή όλοι είμαστε αμαρτωλοί (ο Παράδεισος άλλωστε, δεν θα είναι γεμάτος από αναμάρτητους και αγίους, αλλά από τούς αληθινά μετανοημένους αμαρτωλούς) γι’ αυτό θα πρέπει να ζητάμε με κατάνυξη και δάκρυα το έλεος του Θεού και να τον παρακαλούμε για την άφεση των αμαρτιών μας και την προστασία από μελλοντικά λάθη και αμαρτίες.

Οι Άγιοι που είχαν φτάσει και σε υψηλά μέτρα αρετής όχι μόνο δεν σταματούσαν να προσεύχωνται αλλά, αντιθέτως, επιδίδονταν όλο και περισσότερο σ’ αυτήν και κυρίως στην καρδιακή προσευχή, γιατί όπως μας έχουν πει, μόνο με την προσευχή, την νηστεία και την εγκράτεια μπορούμε να μείνουμε αλώβητοι από τα βέλη του Πονηρού και να διατηρήσουμε τις αρετές που έχουμε αποκτήσει.

Ας μη ξεχνάμε δε ότι, όπως με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, δεν συζητάμε μόνο όταν θέλουμε να ζητήσουμε μια χάρη έτσι και με τον Θεό. Να προσευχώμαστε σ’ Αυτόν όχι μόνο για να μας βοηθήσει σε κάτι αλλά για να τον νιώθουμε πιο κοντα μας, να παίρνουμε δύναμη και για να προγευώμαστε τα ουράνια αγαθά. Έτσι θα έχουμε με τον Θεό μια σχέση αμοιβαίας αγάπης και όχι μια σχέση... ανταποδοτικού οφέλους!

Προσευχή λοιπόν όλοι μας αδιάλειπτη, εν παντί και πάντοτε. ΑΜΗΝ!

Περί Προσευχής (γ. Ιωσήφ Βατοπαιδινός)


Οι Άγιοι Πατέρες μας επενόησαν διαφόρους πρακτικούς τρόπους αυτοσυγκεντρώσεως και ασκήσεως της μονολογίστου ευχής και επικλήσεως. Η εργασία αυτή ονομάζεται νήψις και καρδιακή ή νοερά προσευχή και ένας είναι ο κύριος σκοπός της, η τήρησι και φυλακή του νοός. Αν «η παράχρησις των νοημάτων γεννά την κατάχρησιν των πραγμάτων», που είναι και η κατ’ ενέργειαν αμαρτία, τότε επιβάλλεται η τήρησι του νοός, ώστε απ’ αυτή την πρώτη σκέψι, την «προσβολή», και εκ προοιμίων να αποκόπτεται η παντοειδής κακία και έτσι να επιτυγχάνεται ακόπως η σωτηρία. «Εις τας πρωΐας απέκτεινον πάντας τους αμαρτωλούς της γής» (Ψλ. 100, 8), λέγει ο Δαυίδ, και «θυγάτηρ Βαβυλώνος η ταλαίπωρος… μακάριος ος κρατήσει και εδαφιεί τα νήπιά σου προς την πέτραν» (Ψλ. 136, 8-9). Η αναφορά «εις τας πρωίας» και «τα νήπια» υπονοεί την προσβολή και την αρχή κάθε νοήματος.

Ως φραγμόν, λοιπόν, στον ακράτητο και ταχύρροπο νουν οι Πατέρες μας δεν βρήκαν άλλο μέσο ικανώτερο από την μνήμη του Θεού και με κατάλληλους όρους μας διδάσκουν τούτο. «Μνημονευτέον του Θεού ή αναπνευστέον» λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. «Ιησού μνήμη ενωθείτω τη πνοή σου» λέγει ο Ιωάννης της Κλίμακος. «Παράμενε τη διανοία και ου κοπιάσεις εν πειρασμοίς» λέγει Ησύχιος ο Πρεσβύτερος. Και Θεόδωρος ο Σιναΐτης λέγει επίσης «της μνήμης του Θεού εκλιπούσης ο των παθών τάραχος εν ημίν χώραν λαμβάνει».

Η συνεχής και ακριβής μνήμη του Θεού τηρουμένη είναι και λέγεται νήψις και οδηγεί εις πάσαν οδόν αρετής και εντολής του Θεού, καθώς λέγει και ο Δαυίδ «προορώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διά παντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν ίνα μη σαλευθώ» και «εμνήσθην του Θεού και ευφράνθην».
Οι Πατέρες μας διαιρούν σε διαφόρους τρόπους τα είδη της νήψεως, όσοι αναφέρονται ιδιαίτερα σε αυτήν. Ένας τρόπος είναι η προσοχή της διανοίας, όπου η φαντασία απεικονίζει την προσβολή, διότι είναι αδύνατον χωρίς φανταστικήν εικόνα να προκύψουν λογισμοί. Άλλος τρόπος είναι η διά της ευχής ησυχάζουσα καρδία και μη δεχομένη καμμία κίνησι λογισμών αυτό επιτυγχάνεται από όσους έφθασαν με προσπάθειαν και χάριν Θεού στην καρδιακήν ευχή. Άλλος πάλι τρόπος είναι η συνεχής και αδιάλειπτη επίκλησι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού προς βοήθειαν μετά πολλής ταπεινώσεως. Και άλλος τρόπος, τέλος, είναι η συνεχής και αδιάλειπτη μνήμη του θανάτου. Στην ουσία και οι τέσσαρες αυτοί τρόποι τον ίδιο σκοπό έχουν, την συνεχή θεία μνήμη και επίκλησι που οι πάντες χρεωστούμε, εφόσον λάβαμε την εντολή «αδιαλείπτως προσεύχεσθε».
Στην τάξι των εισαγωγικών στα πνευματικά η επίμονη επίκλησι του Κυριακού ονόματος πρέπει να συνδυάζεται με την κατά το δυνατόν βία, έστω και αν ο νους δεν παραμένη στους λόγους της ευχής. Και τούτο, διότι είναι αδύνατο να κρατηθή ο νους στην αρχή της προσπαθείας αυτής, και μάλιστα ενώ είμεθα αμαρτωλοί με τόσα πάθη και στερούμεθα της μονίμου ενεργείας της θείας χάριτος. Σ’ αυτή την κατάστασι επιβάλλεται η επίμονη επίκλησι της ευχής του Κυρίου Ιησού, έως ότου η καλή συνήθεια επικρατήση και μειώση τον πολύ κόπο της προσπαθείας. Όταν, χάριτι Θεού, επιτευχθή η καλή συνήθεια, τότε ο νούς συστέλλεται από τον πρώτον σκορπισμό και «μετεωρισμό», διότι όσον εμείς επικαλούμεθα τον Κύριό μας τόσον Εκείνος λίγο-λίγο μας αποκαλύπτει τις ακτίνες της χάριτός Του και βλέπων ο νούς την γλυκύτητα της χάριτος ευκολώτερα παραμένει στους λόγους της ευχής.
Αν ο πιστός στην καλή συνέχεια της ευχής συνάψη και την κατά τα άλλα υποταγή και υπακοή στο θέλημα του Θεού, τότε συντομώτατα και αισθητά η χάρις πλησιάζει το νού και του δείχνει την γεύσι και άλλων αρετών και πραγματοποιείται το ψαλμικό «ως εκ στέατος και πιότητος εμπλησθείη η ψυχή μου και χείλη αγαλλιάσεως αινέσει το στόμα μου» (Ψλ. 62, 6). Όπως κάθε προσπάθεια για ένα σκοπό χρειάζεται και τα προς τούτο συναφή μέσα, το ίδιο και στην μεγάλη αυτήν επιστήμη της ευχής. Διότι δι’ αυτής αξιούμεθα «υποτάσσειν παν νόημα εις την υπακοήν του Χριστού» και χάριτι Αυτού δυνάμεθα ν’ αποκτήσωμε «νούν Χριστού», κατά τους λόγους του Αποστόλου Παύλου.
Απαραίτητος όρος και καθήκον παντός θέλοντος να ασχοληθή με το αγγελικόν αυτό έργο και επάγγελμα είναι η σωστή και ειλικρινής μετάνοια, διότι «εν σώματι καταχρέω αμαρτίας Θεός ουκ εισελεύσεται». Η θεία χάρις δεν είναι μαγεία, ούτε γιόγκα, ούτε άλλος τρόπος αισθησιασμού ή φανταστικού θεάματος, αλλά θεία αποκάλυψι και ενοίκησι και συνάντησι προσωπική του Θεού με τον άνθρωπο. Ο Θεός παρέχει και ο άνθρωπος λαμβάνει, εάν πιστεύση ολοκληρωτικά και υποταχθή στο θείον θέλημα και, κατά συνέπειαν, αρνηθή και αποστραφή κάθε κακίαν. Οι βουλόμενοι, λοιπόν, με τον ανωτέρω τρόπον να εισέλθουν εις το αγιαστήριον αυτό της χάριτος και να ιδούν εν αισθήσει την εντός ημών κειμένην βασιλείαν του Πατρός αυτών πιστοί, ας προσέλθουν στο λογιστήριον της μετανοίας εν ευθύτητι καρδίας και ας έχουν κατά νουν τον λόγο του Δαυίδ «εισάκουσον μου, Κύριε, ότι χρηστόν το έλεός σου· κατά το πλήθος των οικτιρμών σου επίβλεψον επ’ εμέ» (Ψλ. 68, 17) και ας κρατούν αδιάκοπα την επίκλησι της ευχής του Κυρίου μας Ιησού.
Αν από την ευχήν αυτή αφαιρεθή το «Υιέ του Θεού» και παραμείνη μόνο το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», νομίζω ότι τούτο πολύ θα βοηθήση όσους αδυνατούν να επιτύχουν το απερίσπαστον, διότι ο νους παραμένει ευκολώτερα προσηλωμένος σε λίγες λέξεις. Ο σκοπός είναι να παραμένη ο νούς προσηλωμένος στον Θεό, από όπου επιτυγχάνονται δύο καλά, το ένα καλύτερο από το άλλο. Το πρώτον είναι ότι ο νούς διά της παραμονής του στην θεία μνήμη αργεί από κάθε πονηρία, και το δεύτερον ότι διά της εκεί παραμονής του αγιάζεται, φωτίζεται και θεούται.
Ας είναι γνωστό στους καλούς πύκτας και ήρωας αυτής της αθλήσεως πως δεν είναι, όπως θα το νομίζουν, απλό και εύκολο το να κρατούν τον ακράτητο νου. Και τούτο διά ποικίλους λόγους. Πρώτον, διά την φύσι του νου, διότι είναι λεπτότατος και πετάει πάντοτε σχεδόν αδιάκριτα. Είναι εκ φύσεως περίεργος, συνήθισε στον σκορπισμό της προτέρας ράθυμης ζωής μας και δεν πείθεται στον διά της ευχής εγκλεισμό που του επιβάλλομε. Μετά, είναι και η πονηρία των δαιμόνων, που εικονίζουν συνεχώς την πολύμορφην απάτη, όπου και ρεμβάζει ο φιλοπερίεργος νούς. Είναι και το άλλο, ότι τα σημεία της χάριτος είναι έμμεσα και διά πίστεως αναμενόμενα, ενώ τα της πλάνης είναι άμεσα και παραστατικά ενισχυόμενα και από την μακρά συνήθεια. Πάνω δε απ’ όλα είναι και οι αλλοιώσεις, που διακόπτουν την καλή συνήθεια και την ευχάριστη αντίληψι της χάριτος που παρηγορεί συνήθως.
Την θεραπεία όλων αυτών επιτυγχάνομε διά του Παυλείου παραγγέλματος «τη προσευχή προσκαρτερείτε». Έχοντες την πείρα των Γραφών και των Πατέρων μας, γνωρίζομε ότι είναι απαραίτητη η επιμονή και υπομονή, αρετές που η μεγάλη αυτή αρετή απαιτεί. Γι’ αυτό και δεν «εκκακούμε», αλλά επιμένομε «αιτούντες, ζητούντες και κρούοντες», και πιστεύομε ότι θα μας ανοίξη ο επακούων των επικαλουμένων αυτόν Θεός, όστις «δίδει ευχήν τοις ευχομένοις και παρέχει ανθρώποις γνώσιν».
Εις όλες τις μορφές των αλλοιώσεων που αισθάνεται κανείς, όπως ξηρασία, ραθυμία, σβυσμός και τα όμοια, ας μη φεύγη από το καλό στάδιο της επιμονής και δεν θ’ αργήση το σκοτεινό νέφος να παραμερίση και να επιλάμψη και πάλι λαμπρότερος ο ήλιος, ο Ιησούς μας, να δροσίση την κακωθείσαν εκ της προτέρας ξηρασίας καρδία μας. Η πολυλογία, η κατάκρισι, ο θυμός και γενικά κάθε τι που είναι αντίθετο στην αγάπη εμποδίζουν την ενέργεια της χάριτος. Γι’ αυτό, όσοι θέλουν να ευχωνται, ας απέχουν κατά το δυνατόν ή ας διορθώνουν το σφάλμα το συντομότερο δυνατόν με την μετάνοια. Κάνεις ας μην αποθαρρύνεται στην καλήν αυτήν προσπάθεια της μονολογίστου ευχής του Κυρίου μας Ιησού, όπου και όπως αν ευρίσκεται, ανεξαρτήτως ηλικίας ή φύλου, και να είναι βέβαιος ότι πολύ έχει να ωφεληθή από αυτό. Πλάνη εσχάτη είναι να νομίζη κάνεις ότι το έργο της ευχής είναι αποκλειστικά καθήκον των Μοναχών μόνον και όχι κοινόν χρέος παντός πιστού.
Αν «πάσα κεφαλή εις πόνον και πάσα καρδία εις λύπην», τότε δεν υπάρχει κάνεις χωρίς περιπέτεια και ανάγκη. Πέραν των όσων η σωτηρία μας επιβάλλει, άλλος τρόπος σωτηρίας από την προσευχή δεν ευρίσκεται. «Επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με», λέγει ο Κύριος. Ο δε Δαυίδ επιβεβαιώνει την εκ τούτου σωτηρία λέγων «προς Κύριον εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα και εισήκουσέ μου» (Ψλ. 119,1) και «ήκουσε Κύριος της δεήσεώς μου· Κύριος την προσευχήν μου προσεδέξατο» (Ψλ. 6, 10).
Ο άσπονδος εχθρός της φύσεώς μας, η αμαρτία, που είναι το κέντρον του θανάτου και πάσης συμφοράς παραίτιος, πως θα προληφθή και παραμερισθή από τον δρόμο της ζωής μας χωρίς την προσευχή; «Εξεγέρθητι, Κύριε, και πρόσχες τη κρίσει μου, ο Θεός μου εις την δίκην μου» (Ψλ. 34, 23). Πως θα επιτύχωμε την επίγνωσι του θείου θελήματος, που είναι ο πρώτος και ο κύριος στόχος του καθολικού μας σκοπού, αλλά και αυτού ακόμη του απλού μας συμφέροντος στον καθημερινό πρακτικό βίο μας; Εξ αρχής ο Θεός επικαλούμενος και παρακαλούμενος διά προσευχής παρέχει, χαρίζει και μεταδίδει τα πάντα στα ποιήματά του. Έτσι, η προσευχή μένει να είναι το στοιχείο της ζωής και παρατάσεως των λογικών όντων διαπαντός.
Ο αείμνηστος Γέρων Ιωσήφ ωνόμασε την προσευχή «γλώσσα του μέλλοντος αιώνος» επί τη βάσει της εμπειρίας και της διδασκαλίας των Πατέρων, ότι το πλήρωμα της χάριτος σε κάθε θεωθείσα ψυχή είναι η αδιάκοπη προσευχή. Άλλωστε και το έργο των Αγγέλων στους απεράντους αιώνας της προς τον Θεό λατρείας των τι άλλο είναι παρά αίνος και δοξολογία, δηλαδή προσευχή;
Το συμπέρασμα, λοιπόν, της μικρής αυτής πραγματείας μας είναι ότι η ευχή είναι απαραίτητη όχι μόνο σε κάθε άνθρωπο αλλά και σε κάθε χρόνο, χώρο ή τρόπο, όπου η πολυκύμαντος ζωή μας αναγκάζει να ευρισκόμεθα. «Εν παντί τη προσευχή και τη δεήσει μετά ευχαριστίας τα αιτήματα υμών γνωριζέσθω προς τον Θεόν» (Φιλ. 4, 6), λέγει ο Παύλος, και ο Κύριος «και πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες λήψεσθε» (Μθ. 21, 22).
Κρούετε, αιτείτε και ζητείτε διά παντός, διά της μονολογίστου και μικρής αυτής ευχούλας, το θείον έλεος εν παντί καιρώ και τόπω και πράγματι και δεν θα λείψη αφορμή σκέπης και σωτηρίας από μέρους της πανσωστικής του Θεού ημών προνοίας να σας παρηγορή. Αυτό μας παραδίδουν οι παλαιοί και οι σύγχρονοι Πατέρες μας και ας μη μετράη κανείς το τέρμα της υψηλοτάτης θεωρίας, που είναι το υπέρτατον αξίωμα, όπου οδηγεί η τελειότης της προσευχής. Η κατόρθωσι του τελείου είναι σπάνια και μόνον από τους ειδικούς και λίγους αγωνιστάς και ησυχαστάς είναι δυνατόν με την χάρι του Θεού να επιτευχθή. Όμως οι καρποί της προσευχής, από αυτό το ξεκίνημά της και σε όλη την έκτασι της ενεργείας της, είναι τόσο γλυκείς, τόσο πλούσιοι, τόσον επωφελείς, που συμπληρώνουν κάθε κενό, κάθε απορία και κάθε ανάγκην όπου ευρίσκει ο καθένας.
Στην αρχή να λέγεται με επιμονή και, αν είναι τρόπος και επιτρέπει το περιβάλλον, λίγο ψιθυριστά, γιατί ο ήχος των λόγων της ευχής βοηθάει τον νου να συγκρατήται ευκολώτερα. Μετά, η βία της επιμονής, είτε μένει ο νους είτε φεύγει, προκαλεί την έξι και συνήθεια και αυτό συν τω χρόνω μειώνει την έντασι της προσπαθείας. Έπειτα, και ο Κύριός μας Ιησούς, αφού τον επικαλούμεθα τόσον επίμονα, δεν θ’ αργήση να δείξη την παρουσία του με μια κατάλληλη ενέργεια της χάριτός του και αυτό γίνεται πλέον «πείρα θείας αντιλήψεως», η οποία πείθει τον νου να παραμένη στην ευχή με βεβαία πλέον ελπίδα.
Ο τεχνητός τρόπος της καταβάσεως και συγκρατήσεως του νου στην καρδιά διά της εισπνοής και εκπνοής δεν συνιστάται στον καθένα, και ιδίως στους εισαγωγικούς, και ας αποφεύγεται μάλλον, έως ότου η καλή έξι της ευχής επικρατήση και δείξη η χάρις την παρουσία της, οπότε η πρόοδος της χάριτος θα διδάξη μόνη της τους άξιους αυτής της καταστάσεως. «Το γάρ τι προσευξόμεθα καθ’ ο δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26).
Εκείνο που μετ’ επιμονής συνιστούμε εις πάντας τους πιστούς είναι η επίμονη προσπάθεια της ευχής και, αν τούτο έχη συνδρομή και την κατά Θεόν μετάνοια, δεν έχω πως να περιγράψω την ακολουθούσαν ωφέλεια και μάλιστα σήμερα, που η ζωή μας είναι σοβαρά προβληματική. Το γλυκύ όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού συχνότατα περιστρεφόμενον εντός μας μαστίζει τις αντικείμενες δυνάμεις, που μέσω των μελών του παλαιού ανθρώπου μας βιάζουν προς την αμαρτία. Έπειτα, το θείον αυτό όνομα μεταδίδει εις όλο τον ψυχικό μας κόσμο εκ της χάριτος και δυνάμεως του Σωτήρος ημών, ίνα και ημείς -κατά τον Παύλο- πάντα ισχύωμεν υπ’ Αυτού κρατούμενοι. Αυτός γάρ εστίν η ειρήνη ημών και Αυτώ μέλει περί ημών, νύν και εις τους αιώνας, αμήν. 
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «