Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Ἡ προσευχή τῆς Μ.Τεσσαροκοστῆς Σοί, Κύριε » ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ Ἁγίου Λουκᾶ ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας


 Ἁγίου Λουκᾶ ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας
Πάντα μὲ πολλὴ παρρησία πρέπει νά πλησιάζουμε τὸν Θεό, νά Τὸν ἱκετεύουμε σὰν τὰ μικρὰ παιδιὰ πού περιμένουν βοήθεια ἀπὸ τὴν μητέρα τους καὶ ἁπλώνουν πρὸς αὐτὴν τὰ μικρὰ χεράκια τους. Νά Τὸν ἱκετεύουμε σὰν ἕνας φτωχὸς πού πεθαίνει τῆς πείνας καὶ ἦρθε νά παρακαλέσει τὸν Ἄνθρωπο πού εἶναι γνωστὸς γιά τὴν εὐσπλαχνία Του νά τὸν βοηθήσει. Νά Τὸν ἱκετεύουμε σὰν τὴν Χαναναία γυναῖκα πού μὲ ἐπιμονὴ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ καὶ σηκώνει σ’ Αὐτὸν τὰ χέρια της. Τὸν ἱκετεύει μὲ παρρησία γιατὶ πιστεύει καὶ ξέρει ὅτι θὰ λάβει αὐτὸ πού ζητᾶ. Πιστεύει καὶ γι’ αὐτὸ παίρνει βοήθεια.
Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι δύο προϋποθέσεις ὑπάρχουν γιά νά γίνει δεκτὴ ἡ προσευχὴ μας ἀπὸ τὸν Θεό. Πρώτ’ ἀπ’ ὅλα χρειάζεται βαθεῖα καὶ μεγάλη πίστη στόν Κύριο, μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά νά πιστεύουμε σ’ Αὐτὸν πού ἱκετεύουμε. Καὶ τὸ δεύτερο, νά μὴν ὑπάρχει οὔτε ἴχνος ἀμφιβολίας, κανένας δισταγμὸς στήν καρδιά, ἀλλὰ μόνο ἡ πίστη, ἡ πίστη στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Μόνο ἡ προσευχὴ πού βγαίνει ἀπὸ καρδιά πού εἶναι γεμάτη ἐλπίδα καὶ πίστη ἀκούγεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὸ ἡ προσευχὴ θέλει ἐπιμονή. Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι δέν θὰ λάβουμε ἀμέσως αὐτὸ πού ζητᾶμε. Πρέπει νά δείξουμε ὅτι εἶναι σταθερὴ ἡ ἐλπίδα πού ἔχουμε στόν Θεὸ καὶ ἡ ἐπιμονὴ σ’ αὐτὰ πού ζητᾶμε.
Τὶ σημαίνει νά προσευχόμαστε ἀδιάκοπα;
Δέν ἔχουμε καὶ ἐμεῖς τίς δικὲς μας βιοτικὲς φροντίδες; εἶναι δυνατὸν νά ἀσχολούμαστε μόνο μὲ τήν προσευχή; Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ φαίνεται ἀπραγματοποίητη. Καὶ ὅμως εἶναι ἐφικτὴ καὶ ἐφαρμόσιμη, διότι τίποτα τὸ ἀνέφικτο δέν ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
Πῶς ὅμως μποροῦμε νά ἐφαρμόσουμε στή ζωὴ μας αὐτὴ τὴν ἐντολὴ πού ἰσχύει γιά  ὅλους τοὺς χριστιανούς; Τὸ νά προσευχόμαστε ἀδιάκοπα δέν σημαίνει μόνο νά διαβάζουμε τίς  εὐχές, νά κάνουμε γονυκλισίες καὶ νά πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία. Δέν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα. Νά προσευχόμαστε ἀδιάκοπα μποροῦμε πάντα καὶ ὅπου καὶ ἄν βρισκόμαστε.
Τὸ μόνο πού χρειαζόμαστε εἶναι νά ἔχει ἡ καρδιά μας διάθεση γιά  προσευχή. Νά εἶναι ταπεινὴ καὶ νά θρηνεῖ ἀδιάκοπα τὴν ἀναξιότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά της. Γεμάτη φόβο μπροστὰ στήν μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ, τὸν Ὁποῖο προσβάλλουμε μὲ τίς  ἁμαρτίες μας. Ἂν τέτοια θὰ εἶναι ἡ καρδιά μας, τότε πάντα θὰ εἴμαστε προσευχόμενοι καὶ στή δουλειά καὶ στό σπίτι.
Θὰ εἴμαστε προσευχόμενοι ἀκόμα καὶ τότε ὅταν κληθοῦμε νά δώσουμε λόγο σ’ αὐτοὺς πού ἔχουν στά χέρια τους ἐξουσία. Καὶ ὄντας ὑπό κρίσιν ἐνώπιόν τους, θὰ στέλνουμε τίς  σιωπηλὲς μας κραυγὲς στόν Θεό, παρακαλώντας Τον νά μᾶς προστατέψει.
Σὲ κάθε μας ἔργο μποροῦμε νά προσευχόμαστε, μόνο νά ὑπάρχει διάθεση γιά  προσευχή, νά ποθεῖ ἡ καρδιά μας τὸν Κύριο καὶ τότε ἡ ἐντολὴ πού μᾶς ἔδωσε ὁ ἀπόστολος μπορεῖ εὔκολα νά πραγματοποιηθεῖ.

Περί προσευχής και καθαρότητος καρδίας (Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά)






     Όταν μιλούμε για προσευχή δεν εννοούμε την ολιγόλεπτη, τυπική απαγγελία του «Άγιος ο Θεός…» και του «Πάτερ ημών…», αλλά την αφιέρωση περισσότερου χρόνου με την χρήση των προσευχών της Εκκλησίας για το πρωί και το βράδυ στο μέτρο των δυνατοτήτων μας. Η προσευχή αυτή είναι απαραίτητο να διαρκεί τουλάχιστον δέκα λεπτά, έτσι ώστε η ψυχή να μπορέσει να τραφεί πνευματικά και να κοινωνήσει ο άνθρωπος συνειδητά με το Θεό. Καλό είναι να υπάρχει κάθε μέρα συγκεκριμένη ώρα για την προσευχή.

     Όλοι οι Πατέρες της εκκλησίας τονίζουν την ευεργετική επίδραση της προσευχής και τα πνευματικά της αποτελέσματα. Η λατρευτική μας ζωή έχει βέβαια σαν κέντρο τη θεία λειτουργία της Κυριακής. Εκεί ο πιστός, εφόσον είναι κατάλληλα προετοιμασμένος και έχει την ευλογία του πνευματικού του πατέρα, πρέπει να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Η καθημερινή προσευχή μέσα στην εβδομάδα εξασφαλίζει στον πιστό την λειτουργική συνέχεια και αναζωπυρώνει το χάρισμα της Θείας Κοινωνίας.

    Τι γίνεται στην πράξη μεταξύ των χριστιανών σήμερα; Πολλοί δυστυχώς δεν προσεύχονται καθημερινά. Παραμελούν το υψηλότερο έργο που έχουν να επιτελέσουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Η προσευχή είναι τόσο απαραίτητη για την πνευματική μας ζωή, όσο η τροφή για τη ζωή του σώματος. Ιδιαίτερα αποτελεσματική είναι η πρωινή προσευχή, γιατί αγιάζει το χρόνο της ημέρας, ενώ η ψυχή και το σώμα παίρνουν δύναμη, γεμίζει ο άνθρωπος από χαρά και ελπίδα και είναι πολύ πιο αποτελεσματικός σε ό,τι κάνει όλη την ημέρα. Η προσευχή χαρίζει στον άνθρωπο τα πνευματικά αντισώματα, για να μπορέσει να αποκρούσει τις επιδρομές του διαβόλου.

    Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στο λόγο του «Περί προσευχής και καθαρότητος της καρδίας» μας προσφέρει πολύτιμες συμβουλές για τη σημασία της προσευχής, αλλά και για τον κόπο με τον οποίο πραγματοποιείται. Τονίζει τον πόλεμο του πονηρού την ώρα της προσευχής, ώστε να μας αποσπάσει από το ψηλό αυτό έργο και να μας στερήσει την πνευματική χαρά. Ο άγιος θεωρεί την προσευχή σαν το μοναδικό μέσο για το φωτισμό και την κάθαρση της καρδιάς, η οποία πραγματοποιείται μετά από μακροχρόνιο αγώνα στην άσκηση της προσευχής.



Ας ακούσουμε τι μας διδάσκει ο άγιος:

    «Το θείο είναι πάνω από όσα μπορεί να ονομάσει και να ορίσει ο άνθρωπος ή να σκεφθεί. Με την προσευχή στο Θεό όμως ενώνεται μαζί Του και κοινωνεί με την δέηση και την δοξολογία. Η δύναμη της προσευχής ιερουργεί και τελεσιουργεί την ανάταση και την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Ενεργεί, δηλαδή, σαν σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων με τον Κτίστη. Η προϋπόθεση βέβαια είναι ότι με τη θερμή κατάνυξη και την ένταση της προσευχής θα υπερβεί ο πιστός τα πάθη και τους λογισμούς του. Είναι αδύνατο ο εμπαθής νους να ενωθεί με το Θεό. Όσο παραμένει κολλημένος στα πάθη μπορεί να προσεύχεται, αλλά δεν πετυχαίνει να δεχθεί το έλεος του Θεού. Όσο ο άνθρωπος προσπαθεί αντίθετα και κατορθώνει να ξεπεράσει τους λογισμούς, τόσο περισσότερο φωτίζεται και αποκτά το πένθος για την αμαρτία, εξασφαλίζοντας έτσι το έλεος της παρακλήσεως του Θεού. Όταν η ψυχή μονιμοποιηθεί σ’ αυτό το έργο με ταπείνωση μετασκευάζεται η εσωτερική κατάσταση του πιστού.

    Με την πνευματική αυτή εργασία ο άνθρωπος είναι μέσα στον εαυτό του και στο Θεό, απολαμβάνοντας την πνευματική αγαλλίαση που πηγάζει από μέσα. Αν επιμένει κανείς πιέζοντας με ισχυρή βία τις εμπαθείς σκέψεις, πλησιάζει νοερά το Θεό, πετυχαίνει αυτά που δεν περιγράφονται με λόγια, γεύεται την αιώνια ζωή και αποκτά πνευματική αίσθηση. Τότε ζει μέσα του τη χρηστότητα του Κυρίου, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Γευθείτε και θα δείτε ότι ο Κύριος είναι χρηστός.» Το να παραμείνει κανείς στην κατάσταση αυτή είναι πάρα πολύ δύσκολο. Γιατί κάθε κόπος άλλης αρετής είναι μικρός συγκρινόμενος με αυτόν. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί απογοητεύονται από τη δυσκολία της αρετής που αποκτάται με την προσευχή. Αυτοί που υπομένουν δέχονται μεγαλύτερες θείες βοήθειες, που τους στηρίζουν και τους προωθούν, ενώ η πνευματική ηδονή, τους προσφέρει την ικανότητα να θεωρούν το έργο αυτό εύκολο. Φυτεύει μέσα τους αγγελικές ιδιότητες που δυναμώνουν τη φύση, ώστε να συνομιλεί ο άνθρωπος με Αυτόν που είναι πάνω από τη φύση.

    Σ’ αυτούς που επιδίδονται στην προσευχή και μάλιστα στην μονολόγιστη: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με.», προσφέρεται  μία βαθύτατη εσωτερική ηρεμία και κάθαρση. Η ψυχή είναι πράγμα πολυδύναμο. Όταν προκληθεί κάποια πτώση μολύνεται ολόκληρη από το κακό, αλλά είναι δυνατό με την επιμέλεια να καθαρισθεί. Η έντονη προσευχή φωτίζει και πάλι τον άνθρωπο και του προσφέρει το φως της γνώσεως.

    Απαραίτητη προϋπόθεση για το έργο αυτό είναι το να θεωρήσει ο άνθρωπος τον εαυτό του αμαρτωλό και ακάθαρτο, γιατί διαφορετικά πλανάται και με την έπαρση ανοίγει την πόρτα σ’ εκείνον που προσπαθεί πάντοτε να μας πλανήσει. Αν ο πιστός γνωρίζει την καρδιακή του ακαθαρσία δε θα κυριευθεί ποτέ απ’ την έπαρση. Η ακαθαρσία του αντίθετα τον βοηθεί να προκόβει στην ταπείνωση, που είναι η βάση της ψυχικής μας θεραπείας.

    Με τον αγώνα αυτό φτάνει ο άνθρωπος σιγά σιγά στη μόνιμη καθαρότητα της καρδιάς και του νου. Αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να δοθεί σε κανέναν, αν δεν προσπαθούσε να ασκηθεί με την επίμονη τριβή στην πρακτική της προσευχής».

    Μελετώντας με προσοχή τα λόγια αυτά του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά μπορούμε να κατανοήσουμε για ποιο λόγο δεν πετυχαίνουμε να φτάσουμε στην αποτελεσματική προσευχή. Γνωρίζουμε τώρα ότι το δικό μας έργο είναι η ελεύθερη επιλογή της σχέσεώς μας με τον Θεό στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτή η απόφαση του ανθρώπου ζωογονείται από την πρακτική της προσευχής, η οποία εξασφαλίζει την εσωτερική βεβαιότητα ότι ζει μέσα μας ο Θεός και γευόμαστε τα ευεργετικά αποτελέσματα της εσωτερικής ελευθερίας και της σωτηρίας που Εκείνος μονάχα μπορεί να μας προσφέρει.



Αρχιμανδρίτης Μεθόδιος Αλεξίου

Κλίμαξ του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου / Περί προσευχής



ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΟΓΔΟΟΣ
Περί προσευχής
(Διά την ιεράν προσευχήν, την μητέρα των αρετών, και διά το πώς πρέπει να παρίσταταί τις είς αυτήν νοερώς και σωματικώς)
orthodoxy
1. Η προσευχή, ως προς την ποιότητά της, είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν[1], και ως προς την ενέργειά της, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος πού μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς πού κτυπά την απόγνωσι, απόδειξις της ελπίδος, διάλυσις της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωσις του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, φανέρωσις των μέτρων, δήλωσις της πνευματικής καταστάσεως, αποκάλυψις των μελλοντικών πραγμάτων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχει κανείς. Η προσευχή είναι γι΄ αυτόν που προσεύχεται πραγματικά δικαστήριο και κριτήριο και βήμα του Κυρίου, πρίν από το μελλοντικό βήμα.
2. Ας εγερθούμε και ας ακούσωμε την ιερή αυτή βασίλισσα των αρετών να φωνάζη με υψωμένη την φωνή και να μας λέγη: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν μου εφ΄ υμάς, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών -και ίασιν ταίς πληγαίς υμών- ο γάρ ζυγός μου χρηστός – και πταισμάτων μεγάλων ιαματικός – υπάρχει» (πρβλ. Ματθ. ια΄ 28-30).
3. Όσοι πηγαίνομε να παρασταθούμε ενώπιον του Βασιλέως και Θεού και να συνομιλήσωμε μαζί Του, ας μη προχωρούμε χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία. Διότι υπάρχει φόβος, εάν μας ιδή από μακρυά να μην έχωμε τα όπλα και την στολή που αρμόζουν για την παρουσίαση ενώπιον του Βασιλέως, να διατάξη τους υπηρέτας και λειτουργούς Του να μας δέσουν και να μας εξορίσουν μακρυά από το πρόσωπό Του, και τις δεήσεις μας να τις σχίσουν και να τις πετούν στο πρόσωπό μας.
4. Όταν ξεκινάς να σταθής ενώπιον του Κυρίου, ας είναι ο χιτών της ψυχής σου υφασμένος εξ ολοκλήρου με το νήμα ή μάλλον με το λήμμα της αμνησικακίας. Ειδεμή τίποτε δεν πρόκειται να ωφεληθής από τον προσευχή. Όλο το ύφος και το λεκτικό της προσευχής σου ας είναι ανεπιτήδευτο, διότι ο τελώνης και ο άσωτος με έναν μόνο λόγο συμφιλιώθηκαν με τον Θεόν.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Ἀλφαβητάριον παραινέσεων - Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου


Ἅγιος Γρηγόριος ὁ ΘεολόγοςἈρχὴν νόμιζε τῶν ὅλων εἶναι Θεόν.
Βέβαιον οὐδὲν ἐν βίῳ δόκει πέλειν.
Γονεῖς τιμῶν μάλιστα Θεὸν φοβοῦ.
∆ίδασκε σαυτὸν μὴ λαλεῖν ἃ μὴ θέμις.
Ἔργοις δ' ἀρέσκειν σπεῦδε καὶ λόγοις Θεῷ.
Ζωὴν πόθησον τὴν ἔχουσαν μὴ τέλος.
Ἡττῶν σεαυτὸν τοῖς φίλοις νικῶν ἔσῃ.
Θνητὸς δ' ὑπάρχων μηδόλως μέγα φρόνει.
Ἰχνηλάτει μὲν τῶν σοφῶν ἀεὶ θύρας.
Καὶ νοῦν δὲ καλλώπιζε τῆς μορφῆς πλέον.
Λόγῳ Θεοῦ ἄνοιγε σόν, τέκνον, στόμα.
Μνήμης δὲ αὐτοῦ μηδαμῶς λάθῃ ποτέ.
Νήφων προςεύχου τῷ Θεῷ καθ' ἡμέραν.
Ξένους ξένιζε, μὴ ξένος γένῃ Θεοῦ.
Ὁρμὰς χαλίνου τῶν παθῶν ψυχοφθόρους.
Πέδαις τὸ σῶμα ἀσφαλίζου σωφρόνως.
Ῥάβδον σεαυτῷ τὴν συνείδησιν φέρε.
Σαφῶς σχόλαζε ἐν Γραφαῖς ταῖς ἐν θέοις.
Τὰς τῶν πενήτων ψυχαγώγησον λύπας.
Ὑπὲρ σεαυτὸν τοὺς πέλας καλῶς θέλε.
Φίλους ἔχειν σπούδαζε, ἢ πλοῦτον πολύν.
Χρυσοῦ γὰρ αὐτοὶ εὐκλεέστεροι λίαν.
Ψεῦδος μίσησον, τὴν δ' ἀλήθειαν φίλει.
Ὦ παῖ, φυλάσσων ταῦτα σώζῃ ἐνθέως.

Περὶ ἀρετῶν καὶ κακιῶν, ψυχικῶν καὶ σωματικῶν ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ Ἰωάννου ∆αμασκηνοῦ



Ἰστέον οὖν ὅτι διπλοῦς ὢν ὁ ἄνθρωπος,
ἤγουν ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος,
διπλᾶς ἔχει καὶ τὰς αἰσθήσεις, καὶ τὰς τούτων ἀρετάς·
καὶ πέντε μέν εἰσι τῆς ψυχῆς, καὶ πέντε τοῦ σώματος.
Καὶ αἱ μὲν ψυχικαὶ αἰσθήσεις,
ἃς καὶ δυνάμεις αὐτὰς οἱ σοφοὶ λέγουσιν, εἰσὶν αὗται·
νοῦς, διάνοια, δόξα, φαντασία, καὶ αἴσθησις.
Αἱ δὲ σωματικαὶ, ὅρασις, ὄσφρησις, ἀκοὴ, γεῦσις, καὶ ἁφή·
ὅθεν τοι διπλαῖ τούτων αἱ ἀρεταὶ, διπλαῖ καὶ αἱ κακίαι·
ὥστε ἀναγκαῖον εἰδέναι σαφῶς πάντα ἄνθρωπον,
πόσα μέν εἰσι τὰ ψυχικὰ πάθη, ποῖα δὲ τὰ σωματικά·
καὶ ψυχικὰς μὲν ἀρετὰς λέγομεν εἶναι προηγουμένως γενικωτάτας τέσσαρας ταύτας, αἵτινές εἰσιν αὗται,
ἀνδρεία, φρόνησις, σωφροσύνη, καὶ δικαιοσύνη·
καὶ ἐκ τούτων ἀποτίκτονται ψυχικαὶ ἀρεταί·
πίστις, ἐλπὶς, ἀγάπη, προσευχὴ, ταπείνωσις, πραότης, μακροθυμία, ἀνεξικακία, χρηστότης, ἀοργησία, γνῶσις θεία, τὸ ἄθυμον, τὸ ἁπλοῦν, τὸ ἀτάραχον, τὸ ἀνυπόκριτον, τὸ ἄτυφον, τὸ ἀνυπερήφανον, τὸ ἄφθονον, τὸ ἄδολον, τὸ ἀφιλάργυρον, τὸ συμπαθὲς, τὸ ἐλεημονητικὸν, τὸ μεταδοτικὸν, τὸ ἄφοβον, τὸ ἄλυπον, τὸ κατανυκτικὸν, τὸ αἰδεστικὸν, ἡ εὐλάβεια, ἡ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἔφεσις, ἡ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ὄρεξις, ἡ τῆς υἱοθεσίας ἐπιθυμία.
Ἀρεταὶ δὲ σωματικαὶ αὗται, μᾶλλον δὲ ἐργαλεῖα ἀρετῶν,
ἐν γνώσει καὶ κατὰ Θεὸν γινόμεναι, ἔξω τε πάσης ὑποκρίσεως καὶ ἀνθρωπαρεσκείας, εἰς προκοπὴν ταπεινώσεως, καὶ ἀπαθείας φέρουσαι τὸν ἄνθρωπον·
στάσις παννύχιος, κάμψις γονάτων ἐγκράτεια, νηστεία, δίψα, ἀγρυπνία, συνεχὴς, ἀλουσία, μονοχιτωνία, ξηροφαγία, βραδυφαγία, βραχυφαγία, ὑδροποσία, χαμευνία, πτωχεία, ἀκτημοσύνη τὸ αὐχμηρὸν, τὸ ἀκαλλώπιστον, τὸ ἀφίλαυτον, μεμονωμένον, τὸ ἥσυχον, τὸ ἀπρόϊτον, τὸ ἐνδεὲς, τὸ αὐταρκὲς, τὸ σιωπηλὸν, τὸ ταῖς οἰκείαις χερσὶν ἐργόχειρον μετέρχεσθαι, καὶ πᾶσα κακοπάθεια, καὶ ἄσκησις σωματική·
ἅπερ ἅπαντα, τοῦ σώματος ῥωστοῦντος,
καὶ ὑπὸ τῶν σαρκικῶν παθῶν ὀχλουμένου,
ἀναγκαιότατα καὶ ὠφελιμώτατα·
ἀσθενοῦντος δὲ, καὶ Θεοῦ βοηθείᾳ τούτων περιγενομένου,
οὐ τοσοῦτον ἀναγκαῖά εἰσιν, ὡς τῆς ἁγίας ταπεινώσεως,
καὶ εὐχῆς τὰ πάντα ἀναπληρούσης.
Ὀφείλομεν οὖν εἰπεῖν,
καὶ περὶ τῶν ψυχικῶν καὶ σωματικῶν, ἤγουν παθῶν·
καὶ ψυχικὰ μέν εἰσι πάθη ταῦτα, λήθη, ῥᾳθυμία, καὶ ἄγνοια·
ὑφ' ὧν δηλαδὴ τῶν παθῶν τούτων ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, ἤτοι ὁ νοῦς, σκοτιζόμενος, κυριεύεται ὑπὸ πάντων τῶν παθῶν, ἅτινά εἰσι ταῦτα, ἀσέβεια, κακοδοξία, ἤγουν πᾶσα αἵρεσις, βλασφημία, θυμὸς, ὀργὴ, πικρία, ὀξυχολία, μισανθρωπία, μνησικακία, καταλαλία, κατάκρισις, λύπη ἄλογος, φόβος, δειλία, ἔρις, ζῆλος, φθόνος, κενοδοξία, ὑπερηφανία, ὑπόκρισις, ψεῦδος, ἀπιστία, πλεονεξία, φιλοϋλία, προσπάθεια, σχέσις γηΐνων, ἀκηδία, μικροψυχία, ἀχαριστία, γογγυσμὸς, τύφος, οἴησις, σοβαρότης, ἀλαζονεία, φιλαρχία, ἀνθρωπαρέσκεια, δολιότης, ἀναίδεια, ἀναισθησία, κολακεία, ὑπουλότης, εἰρωνεία, διψυχία, αἱ συγκαταθέσεις τῶν ἁμαρτημάτων ἐκ τοῦ παθητικοῦ μέρους, καὶ ἡ συνεχὴς τούτων μελέτη, πλάνη λογισμῶν, φιλαυτία ἡ τῶν κακῶν γεννήτρια, καὶ ἡ ῥίζα πάντων τῶν κακῶν φιλαργυρία, κακοήθειά τε καὶ πονηρία.
Σωματικὰ δὲ πάθη·
γαστριμαργία, λαιμαργία, τρυφὴ, μέθη, λαθροφαγία, φιληδονία ποικίλη, πορνεία, μοιχεία, ἀσέλγεια, ἀκαθαρσία, αἱμομιξία, παιδοφθορία, κτηνοβατία, ἐπιθυμίαι κακαὶ, καὶ πάντα τὰ παρὰ φύσιν καὶ αἰσχρὰ πάθη, κλεψία, ἱεροσυλία, λῃστεία, φόνος, σωματικὴ ἄνεσις καὶ ἀπόλαυσις τῶν θελημάτων τῆς σαρκὸς, ὑγιαίνοντος μᾶλλον τοῦ σώματος, μαντεῖαι, μαγεῖαι, γοητεῖαι, οἰωνισμοὶ, κληδονισμοὶ, φιλοκοσμίαι, περπερεῖαι, βλακεῖαι, καλλωπισμοὶ, ἐπιτρίμματα προσώπων, ἡ κατάκριτος ἀργεία, μετεωρισμοὶ, κυβεῖαι, ἡ ἐμπαθὴς τῶν τοῦ κόσμου ἡδέων παράχρησις, ἡ φιλοσώματος ζωὴ, ἥ τις παχύνουσα τὸν νοῦν, γεώδη καὶ κτηνώδη τοῦτον ἀποτελεῖ, καὶ οὐδέποτε πρὸς Θεὸν, καὶ τὴν τῶν ἀρετῶν ἐργασίαν ἀνανεοῦσθαι ἐᾷ.
Ῥίζαι δὲ πάντων τῶν παθῶν, καὶ, ὡς ἂν εἴποι τις προπέτειαι, φιληδονία, φιλοδοξία, φιλαργυρία, ἀφ' ὧν ἀποτίκτεται πᾶν κακόν.
Οὐχ ἁμαρτάνει δὲ ὁ ἄνθρωπος οὐδεμίαν ἁμαρτίαν, εἰ μὴ πρότερον οἱ κραταιοὶ οὗτοι γίγαντες, καθώς φησιν ὁ ἐν ἀσκηταῖς σοφώτατος, Μάρκος περιγένωνται καὶ κατακυριεύσωσιν αὐτοῦ·
ἤτοι λήθη, ῥᾳθυμία, καὶ ἄγνοια·
ταύτας δὲ ἀποτίκτει ἡδονὴ καὶ ἄνεσις, τὸ ἀγαπᾷν τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὸν περισπασμόν·
πρωταίτιος δὲ τούτων ἁπάντων, καὶ οἷα μήτηρ κακίστη,
ὡς προείρηται, ἡ φιλαυτία,
ἤγουν ἄλογος φιλία τοῦ σώματος καὶ ἐμπαθὴς προσπάθεια·
διάχυσις γὰρ καὶ ἔκλυσις νοὸς μετὰ εὐτραπελίας καὶ αἰσχρολογίας, πολλῶν κακῶν καὶ πτωμάτων πρόξενοι,
ὡς ἡ παῤῥησία, καὶ ὁ γέλως.
Πρὸς τούτοις δὲ πᾶσι χρὴ γινώσκειν,
ὡς ποικίλη τίς ἐστι καὶ πολύτροπος ἡ ἐμπαθὴς φιληδονία,
καὶ πολλαὶ αἱ ἀπατῶσαι τὴν ψυχὴν ἡδοναὶ,
ὅταν μὴ νήφουσα πρὸς Θεὸν, αἴρεται τῷ θείῳ φόβῳ,
καὶ τῇ τοῦ Χριστοῦ ἀγάπῃ,
τῆς τῶν ἀρετῶν ἐργασίας ἐπιμελουμένη.
Μυρίαι γὰρ φέρονται ἡδοναὶ πρὸς ἑαυτὰς ἕλκουσαι τοὺς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμούς·
αἱ τῶν σωμάτων, αἱ τῶν χρημάτων, αἱ τῆς τρυφῆς, αἱ τῆς δόξης, αἱ τῆς ῥᾳθυμίας, αἱ τῆς ὀργῆς, αἱ τῆς δυναστείας, αἱ τῆς φιλαργυρίας, αἱ τῆς πλεονεξίας·
καὶ φαίνονται ἐν ἀπάτῃ λαμπρὰς ἔχουσαι τὰς ὄψεις,
καὶ εὐαρέστους·
ἱκαναὶ ἐπισπάσασθαι τοὺς περὶ ταῦτα ἐπτοημένους,
καὶ μὴ σφόδρα τῆς ἀρετῆς ἐρῶντας, καὶ τὴν ταύτης ὑπομένοντας σκληρότητα.
Καὶ πᾶσα γὰρ σχέσις γηΐνη, καὶ ἡ πρός τι τῶν ὑλικῶν προσπάθεια, ἡδονὴν καὶ τέρψιν ποιεῖ τῷ προσπαθητικῷ, καὶ ἀνόνητον καὶ βλαβεράν.
Τὸ τῆς ψυχῆς ἐπιθυμητικὸν ἐμπαθὲς ἐν τούτῳ δεικνύει, ὡς τούτου ἕνεκεν, θυμῷ καὶ ὀργῇ, λύπῃ τε καὶ μνησικακίᾳ, τῇ τοῦ ποθουμένου ἀποστερήσει τὸν ἡττώμενον καθυποβάλλεσθαι.
Εἰ δὲ μετὰ τῆς προσπαθείας καὶ μικρὰ ἐπικρατήσει συνήθεια, ἀναισθήτως φάναι, καὶ ἀνιάτως ἄχρι τέλους τῆς ἀλόγου προσπαθείας ἔχεσθαι, διὰ τῆς ἐνταῦθα κεκρυμμένης ἡδονῆς τὸν ἁλόντα παρασκευάζει.
Πολυσχεδὴς γάρ ἐστιν ἡ τῆς ἐπιθυμίας ἡδονὴ, ὡς προείρηται·
καὶ οὐ μόνον τῇ πορνείᾳ, καὶ τῇ ἄλλῃ σωματικῇ ἀπολαύσει ἀποπληροῦται, ἀλλὰ καὶ τοῖς λοιποῖς πάθεσιν.
Ἐπεὶ τὸ σωφρονεῖν οὐ τοῦτο μόνον ἐστὶ, τὸ πορνείας ἀπέχεσθαι, καὶ τῶν ὑπογαστρίων ἡδονῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῶν λοιπῶν ἡδονῶν ἐκτὸς εἶναι.
Ἔνθεν καὶ ὁ φιλοχρηματίας καὶ ὁ φιλαργυρίας, καὶ ὁ πλεονεξίας ἐρῶν, ἀκόλαστος·
ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνος σώματος ἐρᾷ, οὕτω καὶ οὗτος χρημάτων.
Μᾶλλον δὲ οὗτος ἀκολαστότερος, ὅσῳ οὐδὲ τοσαύτην ἔχει βίαν ἐκ τῆς φύσεως συνωθοῦσαν αὐτόν.
Καὶ γὰρ ἀμαθὴς ἡνίοχος ἐκεῖνος ἂν, ὡς ἀληθῶς καὶ μάλιστα λέγοιτο, οὐχ ὁ τὸν σκληρὸν καὶ δυσήνιον μὴ κατέχων ἵππον, ἀλλ' ὁ τὸν ἥμερον καὶ ἐπιεικέστερον, μὴ δυνάμενος ὑποτάξαι.
Καὶ δῆλόν ἐστι πανταχόθεν, ὡς περιττὴ καὶ οὐ κατὰ φύσιν ἐστὶν ἡ τῶν χρημάτων ἐπιθυμία, ἅτε μὴ ἐκ φύσεως τὴν βίαν ἔχουσα, ἀλλ' ἐκ τῆς μοχθηρᾶς προαιρέσεως.
∆ιὸ καὶ ἀσύγγνωστα ἁμαρτάνει ὁ ταύτῃ ἑκὼν ἡττώμενος·
ὥστε χρὴ σαφῶς ἐπιγινώσκειν ἡμᾶς, οὐκ εἰς τρυφὴν μόνον, καὶ τὴν τῶν σωμάτων ἀπόλαυσιν ἡ φιληδονία ὁρίζεται, ἀλλ' ἐν παντὶ τρόπῳ καὶ πράγματι προαιρέσει ψυχῆς ἀγαπωμένῳ καὶ προσπαθείᾳ.
Ἵνα δὲ σαφέστερον ἔτι τὰ πάθη κατὰ τὸ τῆς ψυχῆς τριμερὲς διαγινώσκηται, καὶ τάδε ἐν ἐπιτόμῳ προσθῆναι διεκρίναμεν.
Περὶ τοῦ τριμεροῦς τῆς ψυχῆς.
Ἡ ψυχὴ διαιρεῖται εἰς τρία·
λογιστικὸν, θυμικὸν, καὶ ἐπιθυμητικόν.
Ἐκ τοῦ μὲν λογικοῦ τὰ ἁμαρτήματά εἰσι ταῦτα·
ἀπιστία, αἵρεσις, ἀφροσύνη, βλασφημία, ἀχαριστία, καὶ αἱ συγκαταθέσεις σωματικῶν ἁμαρτημάτων, αἳ γίνονται ἐκ τοῦ παθητικοῦ μέρους.
Ἡ δὲ τούτων τῶν κακῶν ἴασις καὶ θεραπεία ἡ ἀδίστακτός ἐστι πίστις πρὸς τὸν Θεὸν, τὰ ἀληθινὰ καὶ ἀπλανῆ καὶ ὀρθόδοξα δόγματα τῆς εὐσεβείας, ἡ συνεχὴς μελέτη τῶν λογίων τοῦ πνεύματος, ἡ καθαρὰ προσευχὴ καὶ ἀδιάλειπτος, καὶ ἡ πρὸς Θεὸν εὐχαριστία.
Περὶ τοῦ θυμικοῦ.
Τοῦ δὲ θυμικοῦ τὰ ἁμαρτήματά εἰσι ταῦτα·
ἡ ἀσπλαγχνία, τὸ μῖσος, τὸ ἀσυμπαθὲς, τὸ μνησίκακον, ὁ φθόνος, καὶ ὁ φόνος, καὶ ἡ συνεχὴς πρὸς τὰ τοιαῦτα μελέτη.
Ἡ δὲ τούτων ἴασις καὶ θεραπεία, ἡ φιλανθρωπία, ἡ ἀγάπη, καὶ ἡ χρηστότης.
Περὶ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ.
Τοῦ δὲ ἐπιθυμητικοῦ τὰ ἁμαρτήματά εἰσι ταῦτα·
ἡ γαστριμαργία, ἡ λαιμαργία, ἡ οἰνοφλυγία ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, ἡ ἀκαθαρσία, ἡ ἀσέλγεια, ἡ φιλοχρηματία, ἡ τῆς κενῆς δόξης ἐπιθυμία, χρυσοῦ τε καὶ πλούτου, καὶ τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν.
Ἡ δὲ τούτων ἴασις καὶ θεραπεία, ἡ νηστεία, ἡ ἐγκράτεια, ἡ κακοπάθεια, ἡ ἀκτημοσύνη, ὁ τῶν χρημάτων πρὸς πένητας σκορπισμὸς, ἡ τῶν μελλόντων ἐκείνων ἀθανάτων ἀγαθῶν ἔφεσις, ἡ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ὄρεξις, καὶ ἡ τῆς υἱοθεσίας ἐπιθυμία.
∆έον οὖν ἐνθῆναι ἡμᾶς καὶ τὴν διάγνωσιν τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν, δι' ὧν πᾶσα ἁμαρτία τελεῖται.
Ὀκτώ εἰσι πάντες οἱ περιεκτικοὶ τῆς κακίας λογισμοί·
ὁ τῆς γαστριμαργίας, ὁ τῆς πορνείας, ὁ τῆς φιλαργυρίας, ὁ τῆς ὀργῆς, ὁ τῆς λύπης, ὁ τῆς ἀκηδίας, ὁ τῆς κενοδοξίας, καὶ ὁ τῆς ὑπερηφανίας.
Τούτους ὀκτὼ λογισμοὺς παρενοχλεῖν μὲν, καὶ μὴ παρενοχλεῖν, οὐκ ἐφ' ἡμῖν ἐστι·
ἐμμένειν δὲ, ἢ πάθος κινεῖν, ἣ μὴ κινεῖν, τῶν ἐφ' ἡμῖν ἐστιν.
Ἄλλο δέ ἐστι προσβολὴ, καὶ ἄλλο συνδοιασμὸς, καὶ ἄλλο πάλη, καὶ ἄλλο πάθος, καὶ ἄλλο συγκατάθεσις, ἡ ἐγγίζουσα καὶ παρομοιοῦσα τῇ πράξει, καὶ ἄλλο ἐνέργεια, καὶ ἄλλο αἰχμαλωσία.
Καὶ προσβολὴ μέν ἐστιν ἡ ἁπλῶς γινομένη παρὰ τοῦ ἐχθροῦ ὑπόμνησις·
οἷον, ποίησον τόδε ἢ τόδε.
Ὡς ἐπὶ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν·
«Εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτος γένωνται·»
τοῦτο ὡς εἴρηται, οὐκ ἐφ' ἡμῖν ἐστι.
Συνδοιασμὸς δέ ἐστιν ἡ παραδοχὴ τοῦ ὑποβαλλομένου λογισμοῦ παρὰ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οἷον μετ' αὐτοῦ μελέτη καὶ ἐνήδονος ὁμιλία ἡ παρὰ τῆς προαιρέσεως ἡμῶν.
Πάθος δὲ, ἡ ἀπὸ τοῦ συνδοιασμοῦ ἕξις γινομένη παρὰ τοῦ ἐχθροῦ ὑποβαλλομένου πάθους, καὶ οἱονεὶ συνεχὴς μελέτη καὶ φαντασία.
Πάλη δὲ, ἡ ἀντίστασις τοῦ λογισμοῦ, ἡ πρὸς ἀναίρεσιν τοῦ ἐν τῷ λογισμῷ πάθους, ἤτοι τοῦ ἐμπαθοῦς λογισμοῦ, ἢ πρὸς συγκατάθεσιν, καθώς φησιν ὁ Ἀπόστολος·
«Ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός.
Ταῦτα δὲ ἀλλήλοις ἀντίκεινται.»
Αἰχμαλωσία δέ ἐστι βιαία καὶ ἀκούσιος τῆς καρδίας ἀπαγωγὴ, ἀπὸ προλήψεως καὶ μακρᾶς συνηθείας τυραννουμένης·
συγκατάθεσις δὲ, ἡ κατάνευσις πρὸς τὸ πάθος τοῦ λογισμοῦ.
Ἐνέργεια δὲ, αὐτὴ ἡ πρᾶξις τοῦ ἐν συγκαταθέσει ἐμπαθοῦς λογισμοῦ·
ὁ τοίνυν τὸ πρῶτον ἀπαθῶς λογιζόμενος, ἢ ἀντιῤῥήσει καὶ ἐμβριθείᾳ ἐκ πρώτης ἀποπεμπόμενος, ἤγουν τὴν προσβολὴν, πάντα τὰ ἔσχατα ὑφ' ἓν περιέκοψε.
Ἀναιρεῖται μὲν ὑπὸ ἐγκρατείας ἡ γαστριμαργία·
ὑπὸ δὲ θείου πόθου καὶ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἐφέσεως, ἡ πορνεία·
ὑπὸ δὲ συμπαθείας τῆς πρὸς τοὺς πένητας, ἡ φιλαργυρία·
ὑπὸ δὲ τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς πρὸς πάντας ἀγάπης, ἡ ὀργή·
ὑπὸ δὲ τῆς πνευματικῆς χαρᾶς, ἡ κοσμικὴ λύπη·
ὑπὸ δὲ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς καρτερίας, καὶ τῆς πρὸς θεῶν εὐχαριστίας, ἡ ἀκηδία·
ὑπὸ δὲ τῆς κρυπτῆς μέντοι τῶν ἀρετῶν ἐργασίας, καὶ τῆς ἐν συντριβῇ καρδίας συνεχοῦς προσευχῆς, ἡ κενοδοξία·
ὑπὸ δὲ τοῦ μὴ κρίνειν τινὰ ἢ ἐξουθενεῖν, ὡς ὁ μεγάλαυχος Φαρισαῖος, ἀλλ' ἡγεῖσθαι ἑαυτὸν ἔσχατον πάντων, ἡ ὑπερηφανία.
Οὕτως οὖν τῶν εἰρημένων παθῶν ὁ νοῦς ἐλευθερωθεὶς, καὶ πρὸς Θεὸν ἀνυψωθεὶς, ἀπεντεῦθεν ζῇ τὴν μακαρίαν ζωὴν, τὴν ἀῤῥαβῶνα δεχόμενος τοῦ ἁγίου Πνεύματος·
καὶ τῶν ἐντεῦθεν ἀποδημήσας, μετὰ ἀπαθείας καὶ γνώσεως ἀληθοῦς, παρίσταται τῷ φωτὶ τῆς ἁγίας Τριάδος, μετὰ τῶν θείων ἀγγέλων, εἰς αἰῶνας ἀπεράντους καταλαμπόμενος.
Τριμερὴς τοίνυν οὖσα, ὡς προδεδήλωται, ἡ ψυχή·
τρία γὰρ, ὡς εἴρηται, τὰ μέρη ταύτης εἰσὶ, λογισμὸς, θυμὸς καὶ ἐπιθυμία·
ἐάν ἐστιν ἐν τῷ θυμικῷ ἀγάπη, καὶ φιλανθρωπία, καὶ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ καθαρότης καὶ σωφροσύνη, ὁ λογισμός ἐστι πεφωτισμένος.
Ἐὰν δὲ ἐν τῷ θυμικῷ ᾖ μισανθρωπία, καὶ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ ἀκολασία, ὁ λογισμός ἐστιν ἐσκοτισμένος·
ὁ μὲν οὖν λογισμὸς τότε ὑγιαίνει καὶ σωφρονεῖ καὶ φωτίζεται, ὅτε τὰ πάθη ἔχει ὑποτεταγμένα, καὶ τοὺς λόγους τῶν κτισμάτων ἁγνικῶς θεωρεῖ, καὶ πρὸς τὴν μακαρίαν καὶ ἁγίαν Τριάδα ἀνάγεται.
Ὁ δὲ θυμὸς τότε πάλιν κινεῖ τὸ κατὰ φύσιν, ὅτε πάντας ἀνθρώπους ἀγαπᾷ, καὶ πρὸς οὐδένα αὐτῶν ἢ λύπην, ἢ μνησικακίαν κέκτηται.
Ἡ δὲ ἐπιθυμία, ὅταν ὑπὸ ταπεινοφροσύνης καὶ ἐγκρατείας καὶ ἀκτημοσύνης νεκρώσῃ τὰ πάθη, τουτέστιν ἡδονὴν σαρκὸς, καὶ χρημάτων καὶ δόξης παρερχομένης ἔφεσιν, καὶ τραπῇ πρὸς τὸ θεῖον καὶ ἀθάνατον ἔρωτα·
καὶ γὰρ ἡ ἐπιθυμία πρὸς τὰ τρία τὴν κίνησιν ἔχει, ἢ πρὸς ἡδονὴν σαρκὸς, ἢ πρὸς δόξαν κενὴν, ἢ καὶ πρὸς ἀπάτην χρημάτων, καὶ διὰ τὴν παράλογον ταύτην ἔφεσιν καταφρονεῖ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν θείων αὐτοῦ ἐντολῶν, καὶ τῆς θείας εὐγενείας ἐπιλανθάνεται, καὶ πρὸς τὸν πλησίον ἐκθηριοῦται, καὶ τὸν λογισμὸν σκοτίζει, καὶ οὐκ ἐᾷ ἀναβλέψαι πρὸς τὴν ἀλήθειαν·
ὧν ὁ ἀνώτερον κτησάμενος φρόνημα, ἀπεντεῦθεν, ὡς προείρηται, ἀπολαμβάνει τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ζῇ μακαρίαν ζωὴν, προσδοκίᾳ τῆς ἀποκειμένης μακαριότητος, τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεόν·
ἧς καὶ ἡμεῖς ἀξιωθείημεν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.
Ἀλλὰ ταῦτα μὲν οὕτως, ὡς εἴχομεν ἀμαθίας, ἀφελῶς ἐξεθέμεθα, εὐσύνοπτον καὶ σαφῆ σχεδιάσαντες τὸν περὶ ἀρετῶν καὶ παθῶν λόγον, ἵν' εὐχερῶς ἔχῃ τις διακρίνειν τε καὶ διαγινώσκειν τὴν τούτων διαίρεσίν τε καὶ διαφορὰν, τῇ μὲν τούτων λεπτομερίᾳ καὶ σαφηνείᾳ.
∆ι' αὐτὸ γὰρ τοῦτο, καὶ ποικίλον ἑκάστου καὶ πολυειδὲς ἐξεθέμεθα, ὡς μηδεμίαν, εἰ δυνατὸν, ἰδέαν ἀρετῆς καὶ κακίαν ἀγνοεῖσθαι·
καὶ οὕτως τὰς μὲν εὐθύμως πρὸς ἑαυτοὺς ἐπισπασώμεθα, τὰς ἀρετὰς δηλονότι καὶ μᾶλλον ψυχικὰς, δι' ὧν καὶ τῷ Θεῷ ἐγγίζομεν, τὰς δέ γε κακίας καὶ σφόδρα ἐκκλίναντες διαδιδράσκομεν·
μακάριος γὰρ, ὡς ἀληθῶς, ὁ ἀρετὴν ζητῶν, καὶ ταύτην μετιών·
καὶ ὅτι τί ἐστιν ἀρετὴ ἐπιμελῶς ἐρευνῶν, ὡς δι' αὐτῆς ἐγγίζων τῷ Θεῷ, καὶ τούτῳ νοερῶς συγγινόμενος.
Τοῦτο γὰρ κυρίως, φρόνησις ....
σοφία τε καὶ γνῶσις ἀψευδὴς, καὶ πλοῦτος ἀναφαίρετος, τὸ διὰ πρακτικῆς ἀρετῆς πρὸς θεωρίαν ἀνάγεσθαι τοῦ ποιήσαντος.
Ἀρετὴ δὲ καλεῖται, διὰ τὸ αἱρεῖσθαι·
αἱρετὴ γὰρ καὶ θελητὴ, διὰ τὸ αἱρετῶς καὶ αὐτεξουσίως τὸ ἀγαθὸν ποιεῖν ἡμᾶς, οὐχὶ ἀβουλήτως καὶ ἀναγκαστῶς·
φρόνησις δὲ λέγεται, τὸ παρὰ τῷ νοῒ φέρειν τὰ ὠφέλιμα.
Εἰ βούλει δὲ, προσθήσωμεν τῷ ἀφελεῖ τούτῳ λόγῳ, ὡς χρυσοῦν ἐπισφράγισμα, καὶ περὶ τοῦ κατ' εἰκόνα, καὶ καθ' ὁμοίωσιν, μικρὸν τοῦ τιμιωτάτου πάντων τῶν τοῦ Θεοῦ κτισμάτων, τὸ νοερὸν καὶ λογικὸν ζῶον ὁ ἄνθρωπος, μόνος ἐκ πάντων κατ' εἰκόνα ἐστὶ, καὶ καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ.
Κατ' εἰκόνα μὲν λέγεται πᾶς ἄνθρωπος, κατὰ τὸ τοῦ νοὸς ἀξίωμα, καὶ τὸ τῆς ψυχῆς, ἤτοι τὸ ἀκατάληπτον, τὸ ἀθεώρητον, τὸ ἀθάνατον, τὸ αὐτεξούσιον, ναὶ μὴν καὶ τὸ ἀρχηγὸν, καὶ τεκνογονικὸν, καὶ οἰκοδομικόν·
καθ' ὁμοίωσιν δὲ, κατὰ τὸν τῆς ἀρετῆς λόγον, καὶ τὰς θεωνύμους ταύτας καὶ θεομιμήτους πράξεις, ἤγουν κατὰ τὸ φιλανθρώπως πρὸς τὸ ὁμογενὲς διακεῖσθαι·
οἰκτείρειν τε καὶ ἐλεεῖν, καὶ ἀγαπᾷν τὸ ὁμόδουλον, εὐσπλαγχνίαν τε πᾶσαν καὶ συμπάθειαν ἐνδείκνυσθαι.
«Γίνεσθε γὰρ, φησὶ Χριστὸς ὁ Θεὸς, οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν οὐρανοῖς οἰκτίρμων ἐστί.»
Καὶ τὸ μὲν κατ' εἰκόνα, πᾶς ἄνθρωπος κέκτηται·
ἀμεταμέλητα γὰρ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ·
τὸ δὲ καθ' ὁμοίωσιν, σπάνιοι, καὶ μόνοι οἱ ἐνάρετοι καὶ ἅγιοι, καὶ τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνθρώποις μιμούμενοι·
οὕτως ὑπεραγάθου φιλανθρωπίας ἀξιωθείημεν καὶ ἡμεῖς, εὐαρεστήσαντες αὐτῷ δι' ἀγαθοεργίας, καὶ μιμηταὶ γενόμενοι τῶν ἀπ' αἰῶνος εὐαρεστησάντων Χριστῷ·
ὅτι αὐτῷ ἐστιν ἔλεος, καὶ αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ, καὶ προσκύνησις, καὶ τῷ ἀνάρχῳ Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Εἰς τὰ Ἅγια Θεοφάνια - Ἡ Βάπτισις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ


Ἡ πηγὴ τῶν εὐαγγελικῶν διδαγμάτων ἀνεῳγμένους ἔχει τοὺς ῥύακας,
καὶ εἴ τις διψῶν πίνει ἐξ ἐκείνης τῆς πηγῆς, καὶ ζωοποιεῖται·
ζωοποιεῖται δὲ κατὰ πνεῦμα καὶ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν,
εὐφροσύνην ὑπὲρ οἶνον δεχόμενος.
Ἀκόρεστος γὰρ ἡ γλυκύτης τῶν πνευματικῶν λογίων·
οὐ γὰρ εὐφραίνει κοιλίαν,
ἀλλὰ καρδίαν, καὶ λογισμοὺς εὐσεβῶν εἰς φιλοθεΐαν ἄγει.
Ἤκουες γὰρ ἀρτίως ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου βοῶντος πρὸς τὸ συνελθὸν πανταχόθεν καὶ βαπτιζόμενον τὸ τῶν Ἰουδαίων πλῆθος·
Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν·
ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν.
Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος·
ὀπίσω, διὰ τὸν τόκον τῆς γεννήσεως.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν,
οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι.
Καὶ ποῖα ὑποδήματα βαστακτέα ὑπεφέρετο ὁ Κύριος,
ὅτι ἔλεγεν,
Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι;
Ἐνταῦθα ὑποδήματα,
τὰ τῆς οἰκονομίας μυστήρια λέγει·
ὑποδήματα γὰρ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Κυρίου προσαγορεύεται.
Καὶ τούτου μάρτυς ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου κράζων·
Ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐκτενῶ τὸ ὑπόδημά μου.
∆ιὰ τοῦτο καὶ ὑποπόδιον ἤκουσεν ἡ τοῦ Κυρίου ἐνανθρώπησις,
ὡς ἐπὶ γῆς ὀφθεῖσα,
καὶ τὸ τέρμα τῆς γῆς καταλαβοῦσα.
Ὅπερ καὶ ὁ προφήτης ἐκ τῶν ἑκατέρων τὴν ἐμφάνειαν ποιούμενος ἐκέκραγεν·
Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν,
καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ.
Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν·
ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν,
οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι·
αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί.
Οὗ τὸ πτύον ἐν χειρὶ αὐτοῦ·
καὶ τὸν μὲν σῖτον συνάξει εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ,
τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ.
Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος,
καὶ τὸν ἰσχυρότερον Κύριον σαλπίζοντος,
οἱ ὑπ' αὐτοῦ βαπτιζόμενοι ἀντέβαινον τῷ Ἰωάννῃ,
λέγοντες·
Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα, ὦ προφῆτα;
τί σεαυτὸν συκοφαντεῖς;
σὺ τοῦ μεγάλου Ζαχαρίου υἱὸς,
σὺ καὶ ἀνθρώποις ποθητὸς, καὶ θηρίοις φοβερός.
Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα;
τί ἀδολεσχεῖς;
Οὐκ ἔστι σοῦ ἰσχυρότερος.
Σὺ καὶ κατ' ἐπαγγελίαν ἐτέχθης, σὺ ὑπὸ Γαβριὴλ ἐμηνύθης,
σὺ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ἐφανερώθης,
σὺ τὴν γλῶτταν τοῦ γεννήσαντός σε δεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Γαβριὴλ διέλυσας,
σὺ Ἰωάννης κέκλησαι,
ὃ χάρις Θεοῦ ἑρμηνεύεται.
Τί τοίνυν συκοφαντεῖς ἑαυτόν;
Οὐκ ἔχεις τὸν ἰσχυρότερόν σου.
Ὁ δὲ Ἰωάννης,
ὡς δοῦλος ὑπὲρ τοῦ ∆εσπότου μαρτυρῶν,
θεϊκὴν ἀξίαν σφετερίσασθαι μὴ καταδεξάμενος,
ἀντεβόα τοῖς ἀντιβαίνουσιν ὄχλοις λέγων·
Ὑμεῖς, ὃ οὐκ οἴδατε, λέγετε·
ἐγὼ, ὃ οἶδα, μαρτυρῶ.
Ἰσχυρότερός μου ἔρχεται.
Ἐγὼ δι' ἐκεῖνον,
ἐκεῖνος οὐ δι' ἐμέ·
ἐγὼ ἐκ στείρας,
ἐκεῖνος ἐκ παρθένου·
ἐγὼ στρατιώτης,
ἐκεῖνος βασιλεύς·
ἐγὼ πρόδρομος,
ἐκεῖνος οὐράνιος·
ἐγὼ τὸ Πνεῦμα δεδανεισμένος,
ἐκεῖνος ζωὴν παρέχει πᾶσιν ἀνθρώποις·
ἐγὼ μετανοίας κήρυξ,
ἐκεῖνος υἱοθεσίας δοτήρ·
ἐγὼ βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι,
προκαθαίρων ὑμᾶς ὡς σκεύη ῥερυπωμένα ταῖς ἁμαρτίαις,
ἐκεῖνος ἐμβαλεῖ τὸ μύρον τῆς χάριτος·
Αὐτὸς βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρὶ,
οὐ καυστικῷ, ἀλλὰ ἁγιαστικῷ.
Ἐγὼ νουθεσίας γλῶτταν κινῶ,
ἐκεῖνος δικαιοκρισίας πτύον βαστάζων,
καὶ τοὺς μὲν δικαίους ὥσπερ σῖτον ὡραῖον ἐν τῇ ἀποθήκῃ τῶν οὐρανῶν ἀνενέγκει,
τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς καὶ μὴ μετανοήσαντας ὡς ἄχυρα τῷ ἀσβέστῳ πυρὶ παραδώσει.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν.
Ἐκεῖνον προσμείνατε,
παρ' ἐκείνου τὸ τέλειον δέξασθε βάπτισμα·
ἐγὼ λύχνος ἐν μέρει, ἐκεῖνος ἥλιος πανταχοῦ.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστί.
Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος καὶ παραπλήσια τούτων,
οἱ ὑπ' αὐτοῦ βαπτισθέντες ὄχλοι προσέμενον ἀντιβάλλοντες πρὸς ἀλλήλους,
καὶ λέγοντες·
Καρτερήσωμεν καὶ ἴδωμεν τὴν μέλλουσαν διαβαίνειν βασιλείαν ἢ φαντασίαν·
ἐφόρτωσεν ἡμῶν τὰς ἀκοὰς Ἰωάννης καταπληκτικοῖς λόγοις·
ἰσχυρότερον αὐτοῦ παραγενέσθαι λέγει,
πτύον καὶ πῦρ καὶ Πνεῦμα φέροντα.
Ἐν τούτοις τῶν ὄχλων καραδοκούντων κοσμικῆς βασιλείας παρουσίαν,
ἑνὶ ὁ τῶν ὅλων ∆εσπότης καὶ Θεὸς ἄνωθεν διαβαῖνον,
ἰδὲ καὶ ὁ Κύριος τῇ ὄψει τῆς ἐνανθρωπήσεως,
μόνος, λιτὸς, μονοχίτων, ὡς εἷς τῶν ὅλων ἀνθρώπων,
ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην φθάσας,
προσέκλινε τὴν κεφαλὴν τῷ Ἰωάννῃ,
θέλων ὑπ' αὐτοῦ βαπτισθῆναι.
Ταύτην τοίνυν τὴν ταπεινὴν θέαν τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιστασίας ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης παρὰ πολλὴν προσδοκίαν θεασάμενος, ἰλιγγίασεν, ἠπόρησε, καὶ ἐξεπλάγη·
τόπος φυγῆς περιεβλέπετο,
θέλων δραπετεῦσαι· καὶ οὐχ ηὕρησεν·
ἀοράτος γὰρ ἦν κρατούμενος καὶ συνεχόμενος·
ἐβόα πρὸς τὸν κρατοῦντα Κύριον λέγων·
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι,
καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Τί ποιεῖς, ∆έσποτα;
τί προδίδως με τοῖς ὄχλοις εἰς θάνατον;
Νῦν ὡς ψευδολόγον. ὄχλοι λιθάσουσιν·
ἐγὼ μεγάλα περὶ σοῦ ἐκήρυξα,
καὶ σὺ ὡς λιτὸς καὶ ξένος παραγέγονας.
Τί ποιεῖς, ∆έσποτα;
καὶ ἄνω Υἱὸς βασιλέως,
καὶ κάτω Υἱὸς βασιλέως·
καὶ οὐδαμῶς σκῆπτρον βασιλικόν;
∆εῖξόν σου τὴν ἀξίαν·
τί μόνος καὶ λιτὸς παραγέγονας;
ποῦ σου τὸ τῶν ἀγγέλων στῖφος;
ποῦ τὸ τῶν ἀρχαγγέλων τάγμα;
ποῦ σου ἡ ἑξαπτέρυγος τῶν Χερουβὶμ λειτουργία;
ποῦ τὸ πτύον;
ποῦ τὸ πῦρ;
ποῦ σου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον;
Μωϋσῆν ἐδόξασας, νεφέλην φωτεινὴν παρέστησας,
στῦλον πυρὸς πορεύεσθαι αὐτῷ παρεσκεύασας,
τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀγγελικῇ δόξῃ περιήστραψας,
τὸν δοῦλον ἐν τοσαύτῃ δόξῃ ἠμφίασας,
καὶ σὺ ὁ ∆εσπότης ἐν ἰδιωτικῷ σχήματι παραγενόμενος τὴν κεφαλήν μοι προσκλίνεις;
Ἀνάνευσον, κεφαλὴ πάντων ὑπάρχεις·
δεῖξον ὅπερ εἶς·
ἔδειξας τὰ ταπεινὰ, δεῖξον καὶ τὰ ὑψηλά·
βάπτισον τοὺς παρόντας, καὶ πρὸ πάντων ἐμέ.
Τί βαπτίσαι θέλων;
Ὁ Ἰορδάνης οὐ δέξεται·
ἐγνώρισέ σε τὸν ποιητὴν, ἀνέτρεψε τὰ ῥεῖθρα εἰς τὰ ὀπίσω,
οὐ προβαίνει εἰς τὰ ἔμπροσθεν, ἀρνεῖται τὴν τάξιν.
Τὰ στοιχεῖα γνωρίζουσι, κἀγὼ μὴ γνωρίσω;
Εἰ θέλεις βαπτισθῆναι, ἑαυτὸν βάπτισον.
Οὐκ ἐκτείνω τὰς χεῖρας·
ἀρνοῦνται τὴν σύνθεσιν, ναρκῶσι, συστέλλονται·
ὃ οὐκ ἐδιδάχθησαν κρατεῖν, οὐκ ἐπιδέχονται.
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι,
καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Οἶδά σε τίς εἶ,
καὶ γινώσκεις ὅτι οἶδά σε.
Τί με κρύπτεις τὸν εἰδότα σε;
Ἐν τῇ νηδύϊ τῆς μητρός μου ὑπάρχων κατεσφαλισμένος,
καὶ πρὸ καιροῦ τὴν ἔξοδον μὴ εὑρίσκων,
μόνον ἐθεασάμην σε φερόμενον ὑπὸ τῆς παρὰ σοῦ φερομένης·
ἐγνώρισά σε, καὶ τί λαλεῖν μὴ εὑρίσκων,
τὸ τῆς μητρός μου χρησάμενος στόμα,
ἐβόησα δι' αὐτῆς τὰ ἐμὰ λέγων·
Πόθεν μοι τοῦτο,
ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;
Ἐκεῖ οὐκ ἐσφάλην, καὶ ὧδε οὐ γινώσκω;
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι,
καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτὸν, καθὼς ἀρτίως ἤκουες·
Ἄφες ἄρτι·
οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
Ἄφες ἄρτι· οὐκ οἶδας ὃ λέγεις·
ἐγὼ οἶδα ὃ πραγματεύομαι.
Τὴν δόξαν τῆς θεότητός μου ζητεῖς ἀποκαλυφθῆναί σοι·
οὐκ ἔχει ὁ καιρός·
πάντα καλὰ ἐν καιρῷ αὐτῶν.
Σὺ ἀληθεύεις, ἀλλ' οὐ πιστεύῃ·
ἄπιστον γὰρ τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος·
οὐ γεννήματα ἐχιδνῶν αὐτοὺς προσηγόρευσας;
Πῶς οὖν τούτοις ἀνακαλυφθῆναί με θέλεις;
Οὐ δέχονταί σου τὴν περὶ ἐμοῦ μαρτυρίαν·
ὑπονοοῦσί σε διὰ τὸ ὕποπτον,
ὡς εἶναι πρόδρομον·
Ἄφες ἄρτι, μείζονα μαρτυρίαν δέξονται.
Ἄφες ἄρτι·
οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
Ὁ δὲ Ἰωάννης λέγει πρὸς αὐτόν·
Πῶς, ∆έσποτα;
Καὶ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν·
Ὥσπερ περιετμήθην, ἵνα τὸν νόμον πληρώσω,
βαπτίζομαι ἵνα τὴν χάριν κυρώσω.
Ἐὰν μέρος πληρώσω, καὶ μέρος καταλείψω,
κολοβὸν καταλιμπάνω τὴν οἰκονομίαν·
δεῖ με πάντα πληρῶσαι,
ἵνα μετὰ ταῦτα γράψῃ Παῦλος·
Πλήρωμα νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι.
Ἄφες ἄρτι·
οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
Ἄφες, Ἰωάννη,
τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν ἁγιασθῆναι·
δεῖ με πάντα πληρῶσαι.
Εἰ μὴ ἐγὼ ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι,
οὐ καταδέξεται βασιλεὺς ὑπὸ ἱερέως πτωχοῦ βαπτισθῆναι.
Ἄφες ἄρτι,
ἄφες ἄνωθεν τὸν Πατέρα ἐπιβοῆσαι,
Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς,
ἵνα μὴ ἄρχωνται οἱ Ἰουδαῖοι λέγειν υἱὸν τοῦ τέκτονος,
ἀλλὰ τοῦ ἐπουρανίου Πατρός.
Ἄφες ἄρτι·
μὴ ἀντίβαινε τῷ Ἀδάμ·
δεύτερος Ἀδὰμ γέγονα,
τὸν ἐκείνου ῥύπον τῶν πλημμελημάτων ἐκπλῦναι θέλων·
εἰ μὴ ἐγὼ βαπτισθῶ,
πῶς ἐκεῖνος καθαρισθήσεται;
∆ιὰ γὰρ τοῦτο καὶ τριάκοντα ἐτῶν βαπτίζομαι,
τὸν ἐκείνου χρόνον ἐκδεχόμενος,
ἵνα τῷ ἐκείνου τὸ ἐμὸν κυρωθῇ.
Ἄφες ἄρτι,
ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου·
Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.
Καὶ ἦν ἰδεῖν θεωρίαν φρικώδη.
Ἥψατο μὲν τῆς κορυφῆς τοῦ ∆εσπότου σύντρομος ὁ Ἰωάννης·
ἄνωθεν δὲ οὐρανῶν ἀνοιχθέντων,
κατεσκόπουν ἄγγελοι τὸ γενόμενον·
Πνεύματος δὲ χάρις ἐν εἴδει περιστερᾶς τῇ τοῦ ∆εσπότου κεφαλῇ προσφοιτῶσα,
τὴν τοῦ Ἰωάννου δεξιὰν παρωθεῖτο.
Εἱστήκει δὲ τὸ πλῆθος ἀπορούμενον ἐπὶ πλέον, καὶ τὸ,
Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους λαλοῦν.
Εἶτα ὡς ἀποκρινάμενος τοῖς πλήθεσι,
Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους ζητοῦσιν,
ἐβόησεν ὁ Πατὴρ,
λέγων·
Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς,
ἐν ᾧ ηὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε.
Βοᾷ τὴν εἰς τὸν Υἱὸν ὁ γεννήτωρ φιλοστοργίαν,
ἵνα μάθῃς τὴν τοῦ Κτίστου περὶ τὸν κόσμον διάθεσιν,
ὅτι τοιοῦτον ὑπὲρ τῶν τοιούτων δούλων Υἱὸν ἀπέδωκεν,
ὑπὲρ μισουμένων τὸν ποθούμενον,
ὑπὲρ ἁμαρτωλῶν τὸν ἀναμάρτητον,
ὑπὲρ ἀδόξων τὸν ἔνδοξον.
∆οξάσωμεν οὖν τὸν ἐπιφανέντα ∆εσπότην σὺν τῷ Πατρὶ,
καὶ τὸν Υἱὸν,
καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Εἰς τὰ Θεοφάνια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος


Χριστός γεννάται, δοξάσατεΑʹ. Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε·
Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε·
Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε.
Ἄσατε τῷ Κυρίῳ, πᾶσα ἡ γῆ·
καὶ, ἵν' ἀμφότερα συνελὼν εἴπω,
Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοὶ, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, διὰ τὸν ἐπουράνιον, εἶτα ἐπίγειον.
Χριστὸς ἐν σαρκὶ, τρόμῳ καὶ χαρᾷ ἀγαλλιᾶσθε·
τρόμῳ, διὰ τὴν ἁμαρτίαν·
χαρᾷ, διὰ τὴν ἐλπίδα.
Χριστὸς ἐκ Παρθένου·
γυναῖκες παρθενεύετε, ἵνα Χριστοῦ γένησθε μητέρες.
Τίς οὐ προσκυνεῖ τὸν ἀπ' ἀρχῆς;
τίς οὐ δοξάζει τὸν τελευταῖον;
Βʹ. Πάλιν τὸ σκότος λύεται, πάλιν τὸ φῶς ὑφίσταται,
πάλιν Αἴγυπτος σκότῳ κολάζεται,
πάλιν Ἰσραὴλ στύλῳ φωτίζεται.
Ὁ λαὸς, ὁ καθήμενος ἐν σκότει τῆς ἀγνοίας,
ἰδέτω φῶς μέγα τῆς ἐπιγνώσεως.
Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν·
ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινά.
Τὸ γράμμα ὑποχωρεῖ, τὸ πνεῦμα πλεονεκτεῖ,
αἱ σκιαὶ παρατρέχουσιν, ἡ ἀλήθεια ἐπεισέρχεται.
Ὁ Μελχισεδὲκ συνάγεται·
ὁ ἀμήτωρ, ἀπάτωρ γίνεται·
ἀμήτωρ τὸ πρότερον,
ἀπάτωρ τὸ δεύτερον.
Νόμοι φύσεως καταλύονται.
Πληρωθῆναι δεῖ τὸν ἄνω κόσμον.
Χριστὸς κελεύει· μὴ ἀντιτείνωμεν.
Πάντα τὰ ἔθνη, κροτήσατε χεῖρας,
ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν,
υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν,
οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ
(τῷ γὰρ σταυρῷ συνεπαίρεται),
καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ, μεγάλης βουλῆς, τῆς τοῦ Πατρὸς, Ἄγγελος.
Ἰωάννης βοάτω·
Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου.
Κἀγὼ βοήσομαι τῆς ἡμέρας τὴν δύναμιν·
Ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται,
ὁ Λόγος παχύνεται,
ὁ ἀόρατος ὁρᾶται,
ὁ ἀναφὴς ψηλαφᾶται,
ὁ ἄχρονος ἄρχεται,
ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται,
Ἰησοῦς Χριστὸς,
χθὲς καὶ σήμερον, ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἰουδαῖοι σκανδαλιζέσθωσαν,
Ἕλληνες διαγελάτωσαν, αἱρετικοὶ γλωσσαλγείτωσαν.
Τότε πιστεύσουσιν, ὅταν ἴδωσιν εἰς οὐρανὸν ἀνερχόμενον·
εἰ δὲ μὴ τότε, ἀλλ' ὅταν ἐξ οὐρανῶν ἐρχόμενον,
καὶ ὡς κριτὴν καθεζόμενον.
Γʹ. Ταῦτα μὲν ὕστερον.
Τὰ δὲ νῦν Θεοφάνια, ἡ πανήγυρις, εἴτουν Γενέθλια·
λέγεται γὰρ ἀμφότερα,
δύο κειμένων προσηγοριῶν ἑνὶ πράγματι.
Ἐφάνη γὰρ Θεὸς ἀνθρώποις διὰ γεννήσεως·
τὸ μὲν ὢν, καὶ ἀεὶ ὢν ἐκ τοῦ ἀεὶ ὄντος,
ὑπὲρ αἰτίαν καὶ λόγον
(οὐδὲ γὰρ ἦν τοῦ Λόγου λόγος ἀνώτερος)·
τὸ δὲ, δι' ἡμᾶς γενόμενος ὕστερον,
ἵν' ὁ τὸ εἶναι δοὺς, καὶ τὸ εὖ εἶναι χαρίσηται·
μᾶλλον δὲ, ῥεύσαντας ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ εὖ εἶναι διὰ κακίαν, πρὸς αὐτὸ πάλιν ἐπαναγάγῃ διὰ σαρκώσεως.
Ὄνομα δὲ, τῷ φανῆναι μὲν, Θεοφάνια·
τῷ δὲ γεννᾶσθαι, Γενέθλια.
∆ʹ. Τοῦτό ἐστιν ἡμῖν ἡ πανήγυρις,
τοῦτο ἑορτάζομεν σήμερον,
ἐπιδημίαν Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους,
ἵνα πρὸς Θεὸν ἐνδημήσωμεν,
ἢ ἐπανέλθωμεν (οὕτω γὰρ εἰπεῖν οἰκειότερον),
ἵνα τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ἀποθέμενοι,
τὸν νέον ἐνδυσώμεθα·
καὶ ὥσπερ ἐν τῷ Ἀδὰμ ἀπεθάνομεν,
οὕτως ἐν τῷ Χριστῷ ζήσωμεν,
Χριστῷ καὶ συγγεννώμενοι, καὶ συσταυρούμενοι,
καὶ συνθαπτόμενοι, καὶ συνανιστάμενοι.
∆εῖ γάρ με παθεῖν τὴν καλὴν ἀντιστροφήν·
καὶ ὥσπερ ἐκ τῶν χρηστοτέρων, ἦλθε τὰ λυπηρὰ,
οὕτως ἐκ τῶν λυπηρῶν, ἐπανελθεῖν τὰ χρηστότερα.
Οὗ γὰρ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία,
ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις·
καὶ εἰ ἡ γεῦσις κατέκρινε,
πόσῳ μᾶλλον τὸ Χριστὸν παθεῖν ἐδικαίωσεν;
Τοιγαροῦν ἑορτάζωμεν, μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς·
μὴ κοσμικῶς, ἀλλ' ὑπερκοσμίως·
μὴ τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ τὰ τοῦ ἡμετέρου,
μᾶλλον δὲ τὰ τοῦ ∆εσπότου·
μὴ τὰ τῆς ἀσθενείας, ἀλλὰ τὰ τῆς ἰατρείας·
μὴ τὰ τῆς πλάσεως, ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναπλάσεως.
Εʹ. Ἔσται δὲ τοῦτο πῶς;
Μὴ πρόθυρα στεφανώσωμεν, μὴ χοροὺς συστησώμεθα,
μὴ κοσμήσωμεν ἀγυιὰς, μὴ ὀφθαλμὸν ἑστιάσωμεν,
μὴ ἀκοὴν καταυλήσωμεν, μὴ ὄσφρησιν ἐκθηλύνωμεν,
μὴ γεῦσιν καταπορνεύσωμεν, μὴ ἁφῇ χαρισώμεθα,
ταῖς προχείροις εἰς κακίαν ὁδοῖς, καὶ εἰσόδοις τῆς ἁμαρτίας,
μὴ ἐσθῆτι μαλακισθῶμεν, ἁπαλῇ τε καὶ περιῤῥεούσῃ,
καὶ ἧς τὸ κάλλιστον ἀχρηστία, μὴ λίθων διαυγείαις,
μὴ χρυσοῦ περιλάμψεσι, μὴ χρωμάτων σοφίσμασι ψευδομένων τὸ φυσικὸν κάλλος,
καὶ κατὰ τῆς εἰκόνος ἐξευρημένων·
μὴ κώμοις καὶ μέθαις,
οἷς κοίτας καὶ ἀσελγείας οἶδα συνεζευγμένας·
ἐπειδὴ κακῶν διδασκάλων κακὰ τὰ μαθήματα,
μᾶλλον δὲ πονηρῶν σπερμάτων πονηρὰ τὰ γεώργια.
Μὴ στιβάδας ὑψηλὰς πηξώμεθα σκηνοποιοῦντες τῇ γαστρὶ τὰ τῆς θρύψεως.
Μὴ τιμήσωμεν οἴνων τοὺς ἀνθοσμίας,
ὀψοποιῶν μαγγανείας, μύρων πολυτελείας.
Μὴ γῆ καὶ θάλασσα τὴν τιμίαν ἡμῖν κόπρον δωροφορείτωσαν·
οὕτω γὰρ ἐγὼ τιμᾷν οἶδα τρυφήν.
Μὴ ἄλλος ἄλλον ἀκρασίᾳ νικᾷν σπουδάζωμεν.
Ἀκρασία γὰρ ἐμοὶ, πᾶν τὸ περιττὸν καὶ ὑπὲρ τὴν χρείαν·
καὶ ταῦτα πεινώντων ἄλλων καὶ δεομένων,
τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ πηλοῦ τε καὶ κράματος.
ςʹ. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν Ἕλλησι παρῶμεν,
καὶ Ἑλληνικοῖς κόμποις, καὶ πανηγύρεσιν·
οἳ καὶ θεοὺς ὀνομάζουσι κνίσσαις χαίροντας,
καὶ ἀκολούθως τὸ θεῖον τῇ γαστρὶ θεραπεύουσι,
πονηροὶ πονηρῶν δαιμόνων, καὶ πλάσται, καὶ μυσταγωγοὶ, καὶ μύσται τυγχάνοντες.
Ἡμεῖς δὲ, οἷς Λόγος τὸ προσκυνούμενον,
κἄν τι δέῃ τρυφᾷν, ἐν λόγῳ τρυφήσωμεν,
καὶ θείῳ νόμῳ, καὶ διηγήμασι, τοῖς τε ἄλλοις,
καὶ ἐξ ὧν ἡ παροῦσα πανήγυρις·
ἵν' οἰκεῖον ᾖ τὸ τρυφᾷν, καὶ μὴ πόῤῥω τοῦ συγκαλέσαντος.
Ἢ βούλεσθε (καὶ γὰρ ἐγὼ σήμερον ἑστιάτωρ ὑμῖν) ἐγὼ τὸν περὶ τούτων παραθῶ λόγον τοῖς καλοῖς ὑμῖν δαιτυμόσιν,
ὡς οἷόν τε δαψιλῶς τε καὶ φιλοτίμως, ἵν' εἰδῆτε,
πῶς δύναται τρέφειν ὁ ξένος τοὺς ἐγχωρίους,
καὶ τοὺς ἀστικοὺς ὁ ἄγροικος,
καὶ τοὺς τρυφῶντας ὁ μὴ τρυφῶν,
καὶ τοὺς περιουσίᾳ λαμπροὺς, ὁ πένης τε καὶ ἀνέστιος;
Ἄρξομαι δὲ ἐντεῦθεν·
καί μοι καθήρασθε, καὶ νοῦν, καὶ ἀκοὴν, καὶ διάνοιαν,
ὅσοι τρυφᾶτε τὰ τοιαῦτα·
ἐπειδὴ περὶ Θεοῦ, καὶ θεῖος ὁ λόγος·
ἵν' ἀπέλθητε τρυφήσαντες ὄντως τὰ μὴ κενούμενα.
Ἔσται δὲ ὁ αὐτὸς πληρέστατός τε ἅμα καὶ συντομώτατος·
ὡς μήτε τῷ ἐνδεεῖ λυπεῖν, μήτε ἀηδὴς εἶναι διὰ τὸν κόρον.
Ζʹ. Θεὸς ἦν μὲν ἀεὶ, καὶ ἔστι, καὶ ἔσται·
μᾶλλον δὲ ἔστιν ἀεί.
Τὸ γὰρ ἦν, καὶ ἔσται, τοῦ καθ' ἡμᾶς χρόνου τμήματα,
καὶ τῆς ῥευστῆς φύσεως·
ὁ δὲ ὢν ἀεὶ, καὶ τοῦτο αὐτὸς ἑαυτὸν ὀνομάζει,
τῷ Μωϋσεῖ χρηματίζων ἐπὶ τοῦ ὄρους.
Ὅλον γὰρ ἐν ἑαυτῷ συλλαβὼν, ἔχει τὸ εἶναι,
μήτε ἀρξάμενον, μήτε παυσόμενον,
οἷόν τι πέλαγος οὐσίας ἄπειρον καὶ ἀόριστον,
πᾶσαν ὑπερεκπῖπτον ἔννοιαν,
καὶ χρόνου καὶ φύσεως·
νῷ μόνῳ σκιαγραφούμενος,
καὶ τοῦτο λίαν ἀμυδρῶς
καὶ μετρίως, οὐκ ἐκ τῶν κατ' αὐτὸν,
ἀλλ' ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν,
ἄλλης ἐξ ἄλλου φαντασίας συλλεγομένης,
εἰς ἕν τι τῆς ἀληθείας ἴνδαλμα, πρὶν κρατηθῆναι, φεῦγον, καὶ πρὶν νοηθῆναι, διαδιδράσκον·
τοσαῦτα περιλάμπον ἡμῶν τὸ ἡγεμονικὸν,
καὶ ταῦτα κεκαθαρμένον,
ὅσα καὶ ὄψιν ἀστραπῆς τάχος οὐχ ἱσταμένης.
Ἐμοὶ δοκεῖν, ἵνα τῷ ληπτῷ μὲν ἕλκῃ πρὸς ἑαυτὸ
(τὸ γὰρ τελέως ἄληπτον, ἀνέλπιστον, καὶ ἀνεπιχείρητον),
τῷ δὲ ἀλήπτῳ θαυμάζηται,
θαυμαζόμενον δὲ ποθῆται πλέον,
ποθούμενον δὲ καθαίρῃ,
καθαῖρον δὲ θεοειδεῖς ἀπεργάζηται,
τοιούτοις δὲ γενομένοις, ὡς οἰκείοις, ἤδη προσομιλῇ,
τολμᾷ τι νεανικὸν ὁ λόγος,
Θεὸς θεοῖς ἑνούμενός τε καὶ γνωριζόμενος,
καὶ τοσοῦτον ἴσως,
ὅσον ἤδη γινώσκει τοὺς γινωσκομένους.
Ἄπειρον οὖν τὸ θεῖον καὶ δυσθεώρητον·
καὶ τοῦτο πάντη καταληπτὸν αὐτοῦ μόνον, ἡ ἀπειρία·
κἄν τις οἴηται τῷ ἁπλῆς εἶναι φύσεως,
ἢ ὅλον ἄληπτον εἶναι, ἢ τελέως ληπτόν.
Τί γὰρ ὃς ἁπλῆς ἐστι φύσεως, ἐπιζητήσωμεν.
Οὐ γὰρ δὴ τοῦτο φύσις αὐτῷ ἡ ἁπλότης·
εἴπερ μηδὲ τοῖς συνθέτοις, μόνον τὸ εἶναι συνθέτοις.
Ηʹ. ∆ιχῆ δὲ τοῦ ἀπείρου θεωρουμένου,
|κατά τε ἀρχὴν καὶ τέλος
(τὸ γὰρ ὑπὲρ ταῦτα, καὶ μὴ ἐν τούτοις, ἄπειρον),
ὅταν μὲν εἰς τὸν ἄνω βυθὸν ὁ νοῦς ἀποβλέψῃ,
οὐκ ἔχων ὅποι στῇ καὶ ἀπερείσηται ταῖς περὶ Θεοῦ φαντασίαις,
τὸ ἐνταῦθα ἄπειρον καὶ ἀνέκβατον,
ἄναρχον προσηγόρευσεν·
ὅταν δὲ εἰς τὰ κάτω καὶ τὰ ἑξῆς,
ἀθάνατον καὶ ἀνώλεθρον·
ὅταν δὲ συνέλῃ τὸ πᾶν, αἰώνιον.
Αἰὼν γὰρ, οὔτε χρόνος, οὔτε χρόνου τι μέρος·
οὐδὲ γὰρ μετρητόν·
ἀλλ' ὅπερ ἡμῖν ὁ χρόνος, ἡλίου φορᾷ μετρούμενος,
τοῦτο τοῖς ἀϊδίοις, αἰὼν,
τὸ συμπαρεκτεινόμενον τοῖς οὖσιν,
οἷόν τι χρονικὸν κίνημα, καὶ διάστημα.
Ταῦτά μοι περὶ Θεοῦ πεφιλοσοφήσθω τανῦν.
Οὐδὲ γὰρ ὑπὲρ ταῦτα καιρὸς,
ὅτι μὴ θεολογία τὸ προκείμενον ἡμῖν, ἀλλ' οἰκονομία.
Θεοῦ δὲ ὅταν εἴπω,
λέγω Πατρὸς, καὶ Υἱοῦ, καὶ ἁγίου Πνεύματος·
οὔτε ὑπὲρ ταῦτα τῆς θεότητος χεομένης,
ἵνα μὴ δῆμον θεῶν εἰσαγάγωμεν·
οὔτε ἐντὸς τούτων ὁριζομένης,
ἵνα μὴ πενίαν θεότητος κατακριθῶμεν,
ἢ διὰ τὴν μοναρχίαν Ἰουδαΐζοντες,
ἢ διὰ τὴν ἀφθονίαν Ἑλληνίζοντες.
Τὸ γὰρ κακὸν ἐν ἀμφοτέροις ὅμοιον,
κἂν ἐν τοῖς ἐναντίοις εὑρίσκηται.
Οὕτω μὲν οὖν τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων,
ἃ καὶ τοῖς σεραφὶμ συγκαλύπτεται,
καὶ δοξάζεται τρισὶν ἁγιασμοῖς,
εἰς μίαν συνιοῦσι κυριότητα καὶ θεότητα·
ὃ καὶ ἄλλῳ τινὶ τῶν πρὸ ἡμῶν πεφιλοσόφηται κάλλιστά τε καὶ ὑψηλότατα.
Θʹ. Ἐπεὶ δὲ οὐκ ἤρκει τῇ ἀγαθότητι τοῦτο,
τὸ κινεῖσθαι μόνον τῇ ἑαυτῆς θεωρίᾳ,
ἀλλ' ἔδει χεθῆναι τὸ ἀγαθὸν καὶ ὁδεῦσαι,
ὡς πλείονα εἶναι τὰ εὐεργετούμενα
(τοῦτο γὰρ τῆς ἄκρας ἦν ἀγαθότητος),
πρῶτον μὲν ἐννοεῖ τὰς ἀγγελικὰς δυνάμεις καὶ οὐρανίους·
καὶ τὸ ἐννόημα ἔργον ἦν,
Λόγῳ συμπληρούμενον, καὶ Πνεύματι τελειούμενον.
Καὶ οὕτως ὑπέστησαν λαμπρότητες δεύτεραι,
λειτουργοὶ τῆς πρώτης λαμπρότητος·
εἴτε νοερὰ πνεύματα, εἴτε πῦρ οἷον ἄϋλον καὶ ἀσώματον, εἴτε τινὰ φύσιν ἄλλην, ὅτι ἐγγυτάτω τῶν εἰρημένων,
ταύτας ὑποληπτέον.
Βούλομαι μὲν εἰπεῖν, ὅτι ἀκινήτους πρὸς τὸ κακὸν,
καὶ μόνην ἐχούσας τὴν τοῦ καλοῦ κίνησιν,
ἅτε περὶ Θεὸν οὔσας, καὶ τὰ πρῶτα ἐκ Θεοῦ λαμπομένας·
τὰ γὰρ ἐνταῦθα, δευτέρας ἐλλάμψεως.
Πείθει δέ με, μὴ ἀκινήτους, ἀλλὰ δυσκινήτους,
καὶ ὑπολαμβάνειν ταύτας,
καὶ λέγειν, ὁ διὰ τὴν λαμπρότητα Ἑωσφόρος,
σκότος διὰ τὴν ἔπαρσιν καὶ γενόμενος,
καὶ λεγόμενος, αἵ τε ὑπ' αὐτὸν ἀποστατικαὶ δυνάμεις, δημιουργοὶ τῆς κακίας, τῇ τοῦ καλοῦ φυγῇ,
καὶ ἡμῖν πρόξενοι.
Ιʹ. Οὕτω μὲν οὖν ὁ νοητὸς αὐτῷ,
καὶ διὰ ταῦτα ὑπέστη κόσμος,
ὡς ἐμὲ γοῦν περὶ τούτων φιλοσοφῆσαι,
μικρῷ λόγῳ τὰ μεγάλα σταθμώμενον.
Ἐπεὶ δὲ τὰ πρῶτα καλῶς εἶχεν αὐτῷ,
δεύτερον ἐννοεῖ κόσμον ὑλικὸν καὶ ὁρώμενον·
καὶ οὗτός ἐστι τὸ ἐξ οὐρανοῦ καὶ γῆς,
καὶ τῶν ἐν μέσῳ σύστημά τε καὶ σύγκριμα,
ἐπαινετὸν μὲν τῆς καθ' ἕκαστον εὐφυΐας,
ἀξιεπαινετώτερον δὲ τῆς ἐξ ἁπάντων εὐαρμοστίας καὶ συμφωνίας, ἄλλου πρὸς ἄλλο τι καλῶς ἔχοντος,
καὶ πάντων πρὸς ἅπαντα, εἰς ἑνὸς κόσμου συμπλήρωσιν·
ἵνα δείξῃ, μὴ μόνον οἰκείαν ἑαυτῷ φύσιν,
ἀλλὰ καὶ πάντη ξένην ὑποστήσασθαι δυνατὸς ὤν.
Οἰκεῖον μὲν γὰρ θεότητος, αἱ νοεραὶ φύσεις,
καὶ νῷ μόνῳ ληπταί·
ξένον δὲ παντάπασιν, ὅσαι ὑπὸ τὴν αἴσθησιν,
καὶ τούτων αὐτῶν ἔτι ποῤῥωτέρω,
ὅσαι παντελῶς ἄψυχοι καὶ ἀκίνητοι·
Ἀλλὰ τί τούτων ἡμῖν,
τάχα ἂν εἴποι τις τῶν λίαν φιλεόρτων καὶ θερμοτέρων;
Κέντει τὸν πῶλον περὶ τὴν νύσσαν.
Τὰ τῆς ἑορτῆς ἡμῖν φιλοσόφει,
καὶ οἷς προκαθεζόμεθα σήμερον.
Τοῦτο δὴ καὶ ποιήσω, καὶ εἰ μικρὸν ἄνωθεν ἠρξάμην,
οὕτω τοῦ πόθου καὶ τοῦ λόγου βιασαμένων.
ΙΑʹ. Νοῦς μὲν οὖν ἤδη καὶ αἴσθησις,
οὕτως ἀπ' ἀλλήλων διακριθέντα,
τῶν ἰδίων ὅρων ἐντὸς εἱστήκεισαν,
καὶ τὸ τοῦ δημιουργοῦ Λόγου μεγαλεῖον ἐν ἑαυτοῖς ἔφερον, σιγῶντες ἐπαινέται τῆς μεγαλουργίας,
καὶ διαπρύσιοι κήρυκες.
Οὔπω δὲ ἦν κρᾶμα ἐξ ἀμφοτέρων,
οὐδέ τις μίξις τῶν ἐναντίων, σοφίας μείζονος γνώρισμα,
καὶ τῆς περὶ τὰς φύσεις πολυτελείας·
οὐδὲ ὁ πᾶς πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος γνώριμος.
Τοῦτο δὴ βουληθεὶς ὁ τεχνίτης ἐπιδείξασθαι Λόγος,
καὶ ζῶον ἓν ἐξ ἀμφοτέρων,
ἀοράτου τε λέγω καὶ ὁρατῆς φύσεως,
δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον·
καὶ παρὰ μὲν τῆς ὕλης λαβὼν τὸ σῶμα ἤδη προϋποστάσης, παρ' ἑαυτοῦ δὲ πνοὴν ἐνθεὶς
(ὃ δὴ νοερὰν ψυχὴν καὶ εἰκόνα Θεοῦ οἶδεν ὁ λόγος),
οἷόν τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μικρῷ μέγαν,
ἐπὶ τῆς γῆς ἵστησιν, ἄγγελον ἄλλον, προσκυνητὴν μικτὸν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως,
μύστην τῆς νοουμένης,
βασιλέα τῶν ἐπὶ γῆς,
βασιλευόμενον ἄνωθεν,
ἐπίγειον καὶ οὐράνιον,
|πρόσκαιρον καὶ ἀθάνατον,
ὁρατὸν καὶ νοούμενον,
μέσον μεγέθους καὶ ταπεινότητος·
τὸν αὐτὸν, πνεῦμα καὶ σάρκα·
πνεῦμα διὰ τὴν χάριν, σάρκα διὰ τὴν ἔπαρσιν·
τὸ μὲν, ἵνα μένῃ καὶ δοξάζῃ τὸν εὐεργέτην·
τὸ δὲ, ἵνα πάσχῃ, καὶ πάσχων ὑπομιμνήσκηται
καὶ παιδεύηται τῷ μεγέθει φιλοτιμούμενος·
ζῶον ἐνταῦθα οἰκονομούμενον,
καὶ ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον,
καὶ πέρας τοῦ μυστηρίου τῇ πρὸς Θεὸν νεύσει θεούμενον.
Εἰς τοῦτο γὰρ ἐμοὶ φέρει τὸ μέτριον ἐνταῦθα φέγγος τῆς ἀληθείας, λαμπρότητα Θεοῦ καὶ ἰδεῖν καὶ παθεῖν,
ἀξίαν τοῦ καὶ συνδήσαντος, καὶ λύσοντος,
καὶ αὖθις συνδήσοντος ὑψηλότερον.
ΙΒʹ. Τοῦτον ἔθετο μὲν ἐν τῷ παραδείσῳ,
ὅστις ποτὲ ἦν ὁ παράδεισος οὗτος, τῷ αὐτεξουσίῳ τιμήσας,
ἵν' ᾖ τοῦ ἑλομένου τὸ ἀγαθὸν οὐχ ἧττον ἢ τοῦ παρασχόντος τὰ σπέρματα, φυτῶν ἀθανάτων γεωργὸν, θείων ἐννοιῶν ἴσως, τῶν τε ἀπλουστέρων καὶ τῶν τελεωτέρων,
γυμνὸν καὶ ἁπλότητι καὶ ζωῇ τῇ ἀτέχνῳ,
καὶ δίχα παντὸς ἐπικαλύμματος καὶ προβλήματος.
Τοιοῦτον γὰρ ἔπρεπεν εἶναι τὸν ἀπ' ἀρχῆς.
Καὶ δίδωσι νόμον, ὕλην τῷ αὐτεξουσίῳ.
Ὁ δὲ νόμος ἦν ἐντολὴ, ὧν τε μεταληπτέον αὐτῷ φυτῶν,
καὶ οὐ μὴ προσαπτέον.
Τὸ δὲ ἦν τὸ ξύλον τῆς γνώσεως,
οὔτε φυτευθὲν ἀπ' ἀρχῆς κακῶς,
οὔτε ἀπαγορευθὲν φθονερῶς
(μὴ πεμπέτωσαν ἐκεῖ τὰς γλώσσας οἱ θεομάχοι, μηδὲ τὸν ὄφιν μιπείσθωσαν)·
ἀλλὰ καλὸν μὲν εὐκαίρως μεταλαμβανόμενον
(θεωρία γὰρ ἦν τὸ φυτὸν, ὡς ἡ ἐμὲ θεωρία, ἧς μόνοις ἐπιβαίνειν ἀσφαλὲς τοῖς τὴν ἕξιν τελεωτέροις),
οὐ καλὸν δὲ τοῖς ἁπλουστέροις ἔτι,
καὶ τὴν ἔφεσιν λιχνοτέροις, ὥσπερ οὐδὲ τροφὴ τελεία λυσιτελὴς τοῖς ἁπαλοῖς ἔτι καὶ δεομένοις γάλακτος.
Ἐπεὶ δὲ φθόνῳ διαβόλου, καὶ γυναικὸς ἐπηρείᾳ,
ἥν τε ἔπαθεν ὡς ἁπαλωτέρα,
καὶ ἢν προσήγαγεν ὡς πιθανωτέρα
(φεῦ τῆς ἐμῆς ἀσθενείας! ἐμὴ γὰρ ἡ τοῦ προπάτορος),
τῆς μὲν ἐντολῆς ἐπελάθετο τῆς δοθείσης,
καὶ ἡττήθη τῆς πικρᾶς γεύσεως·
ὁμοῦ δὲ τοῦ τῆς ζωῆς ξύλου, καὶ τοῦ παραδείσου,
καὶ τοῦ Θεοῦ, διὰ τὴν κακίαν ἐξόριστος γίνεται,
καὶ τοὺς δερματίνους ἀμφιέννυται χιτῶνας,
ἴσως τὴν παχυτέραν σάρκα, καὶ θνητὴν, καὶ ἀντίτυπον·
καὶ τοῦτο πρῶτον γινώσκει τὴν Ἰδίαν αἰσχύνην,
καὶ ἀπὸ Θεοῦ κρύπτεται.
Κερδαίνει μέν τι κἀνταῦθα·
τὸν θάνατον, καὶ τὸ διακοπῆναι τὴν ἁμαρτίαν,
ἵνα μὴ ἀθάνατον ᾖ τὸ κακόν·
καὶ γίνεται φιλανθρωπία ἡ τιμωρία.
Οὕτω γὰρ ἐγὼ πείθομαι κολάζειν Θεόν.
ΙΓʹ. Πολλοῖς δὲ παιδευθεὶς πρότερον,
ἀντὶ πολλῶν τῶν ἁμαρτημάτων, ὧν ἡ τῆς κακίας ῥίζα ἐβλάστησε κατὰ διαφόρους αἰτίας καὶ χρόνους, λόγῳ,
νόμῳ, προφήταις, εὐεργεσίαις, ἀπειλαῖς, πληγαῖς,
ὕδασιν, ἐμπρησμοῖς, πολέμοις, νίκαις, ἥτταις,
σημείοις ἐξ οὐρανοῦ, σημείοις ἐξ ἀέρος, ἐκ γῆς, ἐκ θαλάττης,
ἀνδρῶν, πόλεων, ἐθνῶν ἀνελπίστοις μεταβολαῖς,
ὑφ' ὧν ἐκτριβῆναι τὴν κακίαν τὸ σπουδαζόμενον ἦν.
Τέλος ἰσχυροτέρου δεῖται φαρμάκου ἐπὶ δεινοτέροις τοῖς ἀῤῥωστήμασιν, ἀλληλοφονίαις, μοιχείαις, ἐπιορκίαις, ἀνδρομανίαις, τὸ πάντων ἔσχατον τῶν κακῶν καὶ πρῶτον, εἰδωλολατρείαις, καὶ τῇ μεταθέσει τῆς προσκυνήσεως ἀπὸ τοῦ πεποιηκότος ἐπὶ τὰ κτίσματα.
Ταῦτα ἐπειδὴ μείζονος ἐδεῖτο τοῦ βοηθήματος,
μείζονος καὶ τυγχάνει.
Τὸ δὲ ἦν αὐτὸς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος,
ὁ προαιώνιος,
ὁ ἀόρατος,
ὁ ἀπερίληπτος,
ὁ ἀσώματος,
ἡ ἐκ τῆς ἀρχῆς ἀρχὴ,
τὸ ἐκ τοῦ φωτὸς φῶς,
ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας,
τὸ ἐκμαγεῖον τοῦ ἀρχετύπου κάλλους,
ἡ μὴ κινουμένη σφραγὶς,
ἡ ἀπαράλλακτος εἰκὼν,
ὁ τοῦ Πατρὸς ὅρος καὶ λόγος·
ἐπὶ τὴν ἰδίαν εἰκόνα χωρεῖ, καὶ σάρκα
φορεῖ διὰ τὴν σάρκα,
καὶ ψυχῇ νοερᾷ διὰ τὴν ἐμὴν ψυχὴν μίγνυται,
τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον ἀνακαθαίρων.
Καὶ πάντα γίγνεται, πλὴν τῆς ἁμαρτίας, ἄνθρωπος·
κυηθεὶς μὲν ἐκ τῆς Παρθένου,
καὶ ψυχὴν καὶ σάρκα προκαθαρθείσης τῷ Πνεύματι
(ἔδει γὰρ καὶ γέννησιν τιμηθῆναι, καὶ παρθενίαν προτιμηθῆναι)·
προελθὼν δὲ Θεὸς μετὰ τῆς προσλήψεως,
ἓν ἐκ δύο τῶν ἐναντίων, σαρκὸς καὶ Πνεύματος·
ὧν, τὸ μὲν ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη.
Ὢ τῆς καινῆς μίξεως! ὢ τῆς παραδόξου κράσεως!
ὁ ὢν γίνεται,
καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται,
καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται,
διὰ μέσης ψυχῆς νοερᾶς μεσιτευούσης θεότητι,
καὶ σαρκὸς παχύτητι.
Καὶ ὁ πλουτίζων, πτωχεύει·
πτωχεύει γὰρ τὴν ἐμὴν σάρκα,
ἵν' ἐγὼ πλουτήσω τὴν αὐτοῦ θεότητα.
Καὶ ὁ πλήρης, κενοῦται·
κενοῦται γὰρ τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπὶ μικρὸν,
ἵν' ἐγὼ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως.
Τίς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος;
Τί τὸ περὶ ἐμὲ τοῦτο μυστήριον;
Μετέλαβον τῆς εἰκόνος, καὶ οὐκ ἐφύλαξα·
μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκὸς,
ἵνα καὶ τὴν εἰκόνα σώσῃ,
καὶ τὴν σάρκα ἀθανατίσῃ.
∆ευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν,
πολὺ τῆς προτέρας παραδοξοτέραν·
ὅσῳ τότε μὲν τοῦ κρείττονος μετέδωκε,
νῦν δὲ μεταλαμβάνει τοῦ χείρονος.
Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον·
τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον.
Ι∆ʹ. Πρὸς ταῦτα τί φασιν ἡμῖν οἱ συκοφάνται,
οἱ πικροὶ τῆς θεότητος λογισταὶ,
οἱ κατήγοροι τῶν ἐπαινουμένων,
οἱ σκοτεινοὶ περὶ τὸ φῶς,
οἱ περὶ τὴν σοφίαν ἀπαίδευτοι,
ὑπὲρ ὧν Χριστὸς δωρεὰν ἀπέθανε,
τὰ ἀχάριστα κτίσματα, τὰ τοῦ Πονηροῦ πλάσματα;
Τοῦτο ἐγκαλεῖς Θεῷ, τὴν εὐεργεσίαν;
∆ιὰ τοῦτο μικρὸς, ὅτι διὰ σὲ ταπεινός;
Ὅτι ἐπὶ τὸ πλανώμενον ἦλθεν ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς,
ὁ τιθεὶς τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῶν προβάτων,
ἐπὶ τὰ ὄρη καὶ τοὺς βουνοὺς,
ἐφ' ὧν ἐθυσίαζες, καὶ πλανώμενον εὗρε·
καὶ εὑρὼν, ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέλαβεν, ἐφ' ὧν καὶ τὸ ξύλον·
καὶ λαβὼν, ἐπανήγαγεν ἐπὶ τὴν ἄνω ζωήν·
καὶ ἀναγαγὼν, τοῖς μένουσι συνηρίθμησεν;
Ὅτι λύχνον ἧψε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα,
καὶ τὴν οἰκίαν ἐσάρωσε,
τῆς ἁμαρτίας τὸν κόσμον ἀποκαθαίρων,
καὶ τὴν δραχμὴν ἐζήτησε,
τὴν βασιλικὴν εἰκόνα συγκεχωσμένην τοῖς πάθεσι,
καὶ συγκαλεῖ τὰς φίλας αὐτῷ δυνάμεις ἐπὶ τῇ τῆς δραχμῆς εὑρέσει, καὶ κοινωνοὺς ποιεῖται τῆς εὐφροσύνης,
ἂς καὶ τῆς οἰκονομίας μύστιδας πεποίητο;
Ὅτι τῷ προδρόμῳ λύχνῳ τὸ φῶς ἀκολουθεῖ τὸ ὑπέρλαμπρον, καὶ τῇ φωνῇ ὁ Λόγος,
καὶ τῷ νυμφαγωγῷ ὁ νυμφίος,
κατασκευάζοντι Κυρίῳ λαὸν περιούσιον,
καὶ προκαθαίροντι ἐπὶ τὸ Πνεῦμα διὰ τοῦ ὕδατος;
Ταῦτα ἐγκαλεῖς τῷ Θεῷ;
∆ιὰ ταῦτα ὑπολαμβάνεις χείρονα,
ὅτι λεντίῳ διαζώννυται,
καὶ νίπτει τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν,
καὶ δείκνυσιν ἀρίστην ὁδὸν ὑψώσεως, τὴν ταπείνωσιν;
Ὅτι διὰ τὴν συγκύπτουσαν χαμαὶ ψυχὴν ταπεινοῦται,
ἵνα καὶ συνανυψώσῃ τὸ κάτω νεῦον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας;
Ἐκεῖνο δὲ πῶς οὐ κατηγορεῖς,
ὅτι καὶ μετὰ τελώνων ἐσθίει,
καὶ παρὰ τελώναις, καὶ μαθητεύει τελώνας,
ἵνα καὶ αὐτός τι κερδάνῃ;
Τί τοῦτο;
Τὴν τῶν ἁμαρτωλῶν σωτηρίαν·
εἰ μὴ καὶ τὸν ἰατρὸν αἰτιῷτό τις,
ὅτι συγκύπτει ἐπὶ τὰ πάθη,
καὶ δυσωδίας ἀνέχεται, ἵνα δῷ τὴν ὑγίειαν τοῖς κάμνουσι·
καὶ τὸν ἐπικλινόμενον βόθρῳ διὰ φιλανθρωπίαν,
ἵνα τὸ ἐμπεπτωκὸς κτῆνος, κατὰ τὸν νόμον, ἀνασώσηται.
ΙΕʹ. Ἀπεστάλη μὲν, ἀλλ' ὡς ἄνθρωπος·
διπλοῦς γὰρ ἦν·
ἐπεὶ καὶ ἐκοπίασε, καὶ ἐπείνησε, καὶ ἐδίψησε,
καὶ ἠγωνίασε, καὶ ἐδάκρυσε νόμῳ σώματος·
εἰ δὲ καὶ ὡς Θεὸς, τί τοῦτο;
Τὴν εὐδοκίαν τοῦ Πατρὸς,
ἀποστολὴν εἶναι νόμισον,
ἐφ' ὃν ἀναφέρει τὰ ἑαυτοῦ,
καὶ ὡς ἀρχὴν τιμῶν ἄχρονον, καὶ τοῦ μὴ δοκεῖν εἶναι ἀντίθεος.
Ἐπεὶ καὶ παραδεδόσθαι λέγεται,
ἀλλὰ καὶ ἑαυτὸν παραδεδωκέναι γέγραπται·
καὶ ἐγηγέρθαι παρὰ τοῦ Πατρὸς, καὶ ἀνειλῆφθαι,
ἀλλὰ καὶ ἑαυτὸν ἀνεστακέναι, καὶ ἀνεληλυθέναι πάλιν.
ἐκεῖνα τῆς εὐδοκίας, ταῦτα τῆς ἐξουσίας.
Σὺ δὲ τὰ μὲν ἐλαττοῦντα λέγεις, τὰ ὑψοῦντα δὲ παρατρέχεις·
καὶ ὅτι μὲν ἔπαθε, λογίζῃ· ὅτι δὲ ἑκὼν, οὐ προστίθης.
Οἷα πάσχει καὶ νῦν ὁ Λόγος!
Ὑπὸ μὲν τῶν, ὡς Θεὸς, τιμᾶται καὶ συναλείφεται·
ὑπὸ δὲ τῶν, ὡς σὰρξ, ἀτιμάζεται καὶ χωρίζεται.
Τίσιν ὀργισθῇ πλέον; Μᾶλλον δὲ τίσιν ἀφῇ;
Τοῖς συναιροῦσι κακῶς, ἢ τοῖς τέμνουσι;
Καὶ γὰρ κἀκείνους διαιρεῖν ἔδει, καὶ τού τους συνάπτειν·
τοὺς μὲν τῷ ἀριθμῷ, τοὺς δὲ τῇ θεότητι.
Προσκόπτεις τῇ σαρκί;
Τοῦτο καὶ Ἰουδαῖοι.
Ἢ καὶ Σαμαρείτην ἀποκαλεῖς;
καὶ τὸ ἑξῆς σιωπήσομαι.
Ἀπιστεῖς τῇ θεότητι;
Τοῦτο οὐδὲ οἱ δαίμονες.
Ὦ δαιμόνων ἀπιστότερε, καὶ Ἰουδαίων ἀγνωμονέστερε!
Ἐκεῖνοι τὴν τοῦ Υἱοῦ προσηγορίαν,
ὁμοτιμίας φωνὴν ἐνόμισαν·
οὗτοι τὸν ἐλαύνοντα Θεὸν ᾔδεσαν.
Ἐπείθοντο γὰρ ἐξ ὧν ἔπασχον.
Σὺ δὲ, οὐδὲ τὴν ἰσότητα δέχῃ, οὐδὲ ὁμολογεῖς τὴν θεότητα.
Κρεῖττον ἦν σοι περιτετμῆσθαι καὶ δαιμονᾷν, ἵν' εἴπω τι καὶ γελοίως, ἢ ἐν ἀκροβυστίᾳ καὶ ὑγιείᾳ διακεῖσθαι πονηρῶς καὶ ἀθέως.
Ιςʹ. Μικρὸν μὲν οὖν ὕστερον ὄψει καὶ καθαιρόμενον Ἰησοῦν ἐν τῷ Ἰορδάνῃ τὴν ἐμὴν κάθαρσιν·
μᾶλλον δὲ ἁγνίζοντα τῇ καθάρσει τὰ ὕδατα (οὐ γὰρ δὴ αὐτὸς ἐδεῖτο καθάρσεως, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου),
καὶ σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς, καὶ ὑπὸ τοῦ συγγενοῦς Πνεύματος μαρτυρούμενον,
καὶ πειραζόμενον, καὶ νικῶντα,
καὶ ὑπὸ ἀγγέλων ὑπηρετούμενον,
καὶ θεραπεύοντα πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν,
καὶ ζωοποιοῦντα νεκροὺς
(ὡς ὄφελόν γε καὶ σὲ τῇ κακοδοξίᾳ νενεκρωμένον),
καὶ δαίμονας ἀπελαύνοντα,
τὰ μὲν δι' ἑαυτοῦ,
τὰ δὲ διὰ τῶν μαθητῶν,
καὶ ἄρτοις ὀλίγοις τρέφοντα μυριάδας,
καὶ πεζεύοντα πέλαγος,
καὶ προδιδόμενον,
καὶ σταυρούμενον,
καὶ συσταυροῦντα τὴν ἐμὴν ἁμαρτίαν·
ὡς ἀμνὸν προσαγόμενον,
καὶ ὡς ἱερέα προσάγοντα,
ὡς ἄνθρωπον θαπτόμενον,
καὶ ὡς Θεὸν ἐγειρόμενον,
εἶτα καὶ ἀνερχόμενον,
καὶ ἥξοντα μετὰ τῆς ἑαυτοῦ δόξης.
Πόσαι μοι πανηγύρεις καθ' ἕκαστον τῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων!
Ὧν ἁπάντων κεφάλαιον ἓν,
ἡ ἐμὴ τελείωσις καὶ ἀνάπλασις,
καὶ πρὸς τὸν πρῶτον Ἀδὰμ ἐπάνοδος.
ΙΖʹ. Νυνὶ δέ μοι δέξαι τὴν κύησιν, καὶ προσκίρτησον·
εἰ καὶ μὴ ὡς Ἰωάννης ἀπὸ γαστρὸς,
ἀλλ' ὡς ∆αβὶδ ἐπὶ τῇ καταπαύσει τῆς κιβωτοῦ.
Καὶ τὴν ἀπογραφὴν αἰδέσθητι,
δι' ἣν εἰς οὐρανοὺς ἐγράφης·
καὶ τὴν γέννησιν σεβάσθητι,
δι' ἣν ἐλύθης τῶν δεσμῶν τῆς γεννήσεως·
καὶ τὴν Βηθλεὲμ τίμησον τὴν μικρὰν,
ἥ σε πρὸς τὸν παράδεισον ἐπανήγαγε·
καὶ τὴν φάτνην προσκύνησον,
δι' ἣν ἄλογος ὢν, ἐτράφης ὑπὸ τοῦ Λόγου.
Γνῶθι, ὡς βοῦς, τὸν κτησάμενον,
Ἡσαΐας διακελεύεταί σοι,
καὶ, ὡς ὄνος, τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ·
εἴτε τῶν καθαρῶν τις εἶ,
καὶ ὑπὸ τὸν νόμον, καὶ μηρυκισμὸν ἀναγόντων τοῦ λόγου, καὶ πρὸς θυσίαν ἐπιτηδείων·
εἴτε τῶν ἀκαθάρτων τέως, καὶ ἀβρώτων, καὶ ἀθύτων, καὶ τῆς ἐθνικῆς μερίδος.
Μετὰ τοῦ ἀστέρος δράμε,
καὶ μετὰ Μάγων δωροφόρησον, χρυσὸν, καὶ λίβανον, καὶ σμύρναν, ὡς βασιλεῖ, καὶ ὡς Θεῷ, καὶ ὡς διὰ σὲ νεκρῷ.
Μετὰ ποιμένων δόξα σον, μετὰ ἀγγέλων ὕμνησον,
μετὰ ἀρχαγγέλων χόρευσον.
Ἔστω κοινὴ πανήγυρις οὐρανίων καὶ ἐπιγείων δυνάμεων.
Πείθομαι γὰρ κἀκείνας συναγάλλεσθαι καὶ συμπανηγυρίζειν σήμερον·
εἴπερ εἰσὶ φιλάνθρωποι καὶ φιλόθεοι,
ὥσπερ ἃς ∆αβὶδ εἰσάγει μετὰ τὸ πάθος συνανιούσας Χριστῷ, καὶ προσυπαντώσας, καὶ διακελευομένας ἀλλήλαις τὴν τῶν πυλῶν ἔπαρσιν.
ΙΗʹ. Ἓν μίσησον τῶν περὶ τὴν Χριστοῦ γένναν,
τὴν Ἡρώδου παιδοκτονίαν·
μᾶλλον δὲ καὶ ταύτην αἰδέσθητι,
τὴν ἡλικιῶτιν Χριστοῦ θυσίαν,
τοῦ καινοῦ σφαγίου προθυομένην.
Ἂν εἰς Αἴγυπτον φεύγῃ, προθύμως συμφυγαδεύθητι.
Καλὸν τῷ Χριστῷ συμφεύγειν διωκομένῳ.
Ἂν ἐν Αἰγύπτῳ βραδύνῃ, κάλεσον αὐτὸν ἐξ Αἰγύπτου, καλῶς ἐκεῖ προσκυνούμενον.
∆ιὰ πασῶν ὅδευσον ἀμέμπτως τῶν ἡλικιῶν Χριστοῦ καὶ δυνάμεων, ὡς Χριστοῦ μαθητής.
Ἁγνίσθητι, περιτμήθητι,
περιελοῦ τὸ ἀπὸ γενέσεως κάλυμμα.
Μετὰ τοῦτο δίδαξον ἐν τῷ ἱερῷ,
τοὺς θεοκαπήλους ἀπέλασον·
λιθάσθητι, ἂν τοῦτο δέῃ παθεῖν·
λήσῃ τοὺς βάλλοντας, εὖ οἶδα,
φεύξῃ καὶ διὰ μέσου αὐτῶν, ὡς Θεός.
Ὁ Λόγος γὰρ οὐ λιθάζεται.
Ἂν Ἡρώδῃ προσαχθῇς, μηδὲ ἀποκριθῇς τὰ πλείω.
Αἰδεσθήσεταί σου καὶ τὴν σιωπὴν πλέον ἢ ἄλλων τοὺς μακροὺς λόγους.
Ἂν φραγελλωθῇς, καὶ τὰ λειπόμενα ζήτησον.
Γεῦσαι χολῆς, διὰ τὴν γεῦσιν·
ὄξος ποτίσθητι,
ζήτησον ἐμπτύσματα,
δέξαι ῥαπίσματα, κολαφίσματα·
ἀκάνθαις στεφανώθητι,
τῷ τραχεῖ τοῦ κατὰ Θεὸν βίου·
περιβαλοῦ τὸ κόκκινον, δέξαι κάλαμον,
προσκυνήθητι παρὰ τῶν παιζόντων τὴν ἀλήθειαν·
τέλος συσταυρώθητι, συννεκρώθητι,
συντάφηθι προθύμως, ἵνα καὶ συναναστῇς,
καὶ συνδοξασθῇς, καὶ συμβασιλεύσῃς,
Θεὸν ὁρῶν ὅσον ἐστὶ, καὶ ὁρώμενος,
τὸν ἐν Τριάδι προσκυνούμενόν τε καὶ δοξαζόμενον,
ὃν καὶ νῦν τρανοῦσθαι ἡμῖν εὐχόμεθα,
ὅσον ἐφικτὸν τοῖς δεσμίοις τῆς σαρκὸς,
ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἀμήν.