Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014
ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗ - ΟΥΔΕΝ ΝΟΗΜΑ

Ο ιερομόναχος Μάξιμος Καρυώτης, συνεχίζοντας τη διήγησή του, μας λέει:
Οι μοναχοί,
κ. Μελινέ, έχουν αναγάγει την προσευχή σ’ επιστήμη, διότι ξέρουν ότι
χωρίς προσευχή δεν έχει νόημα η ζωή τους ούτε γεμίζει ο χρόνος ούτ’
έρχεται στην καρδιά τους η ευλογία του Θεού, δηλαδή δεν αισθάνονται
καμιά δύναμη και χαρά.
Αλλά η
προσευχή είναι απαραίτητη μόνο για τους μοναχούς; Θα ήταν αυτή η
αλήθεια, αν μπορούσε να μας βεβαιώσει κανείς ότι οι εν τω κόσμω πιστοί,
για να ζήσουν και να σωθούν, δεν έχουν ανάγκη την ευλογία του Θεού, την
πληρότητα και ανάπαυση που προσφέρει ο Θεός μόνο διά της προσευχής.
Δεν έχει
σημασία πόσο τέλεια και καθαρή προσευχή μπορεί να κάνει κανείς αλλά η
καλή του διάθεση και προσπάθεια. Αλλιώς, δεν θα συνιστούσε ο Κύριος στον
καθένα να εισέλθει στο ιδιαίτερο δωμάτιό του και, αφού κλείσει την
πόρτα του για να μη τον βλέπει κανείς, να προσευχηθεί μυστικά στον
ουράνιο Πατέρα του.
Ως προς το
θέμα τι να προτιμά κανείς -την ανάγνωση των καθιερωμένων εκκλησιαστικών
προσευχών ή την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»-, μπορούμε ν’
απαντήσουμε με τον λόγο του αποστόλου: «Δοκιμάσατε και τα δύο και
κρατήσατε ό,τι σας αναπαύει».
Πάντως,
σύμφωνα με το παράδειγμα αγίων Πατέρων και εκ της ταπεινής πείρας μου,
γνωρίζω ότι με την «ευχή» που προστίθεται στις σύντομες προσευχές της
Εκκλησίας και με κάποια αυτοσχέδια λόγια μπορεί κανείς να αισθανθεί μέσα
του περισσότερη ευλογία και ανάπαυση, παρά με την άμετρη πολυλογία,
ιδίως αν δεν την κατανοεί.
Το
κομποσκοίνι είναι ένα πρακτικό εργαλείο που εξυπηρετεί τον προσευχόμενο
για να μην απασχολεί τον νου του στο μέτρημα των ευχών, αλλά να
προσηλώνεται στο νόημα των λέξεων. Επειδή ο Θεός είναι ο «διδούς ευχήν
τω ευχομένω», φρονούμε ταπεινά ότι δεν έχει πρακτικήν αξία καμία τεχνική
για τη μεταφορά του νοός στην καρδιά.
Οποιος θέλει
να μάθει την προσευχή πρέπει ν’ αγωνίζεται για να κατακτήσει όλο και
περισσότερο την αρετή και να προσεύχεται καθημερινά, ιδίως μετά τη
σωματική του ανάπαυση, οπότε είναι ξεκούραστος και ο νους.
Η μακροχρόνια
προσευχή θα διδάξει και τη σωστή προσευχήν. Οι πολλοί σταυροί, όσοι και
οι κόμποι του κομποσκοινιού -ενώ τα λόγια λέγονται σε αργότερο ρυθμό-,
βοηθούν στη συγκέντρωση του νου.
Εκτός αυτών
κι εκτός της προσευχής, με πολλές μικρές και μεγάλες «μετάνοιες» μπορεί
να βοηθηθεί κανείς, αν ένα μέρος του «κανόνα» του το κάνει λέγοντας την
ευχή νοερά, παρακολουθώντας και την αναπνοήν έτσι ώστε στην εισπνοή να
λέει «Κύριε Ιησού Χριστέ» και στην εκπνοήν «ελέησόν με».
Πάντως, είναι
απαραίτητο να συμβουλευθεί ο ενδιαφερόμενος τον Πνευματικό του, διότι,
όταν δεν υπάρχει ταπείνωση και αρετή, αντί για τη χάρη του Θεού, έρχεται
ο διάβολος, σε σημείο που πολλοί Πατέρες -λόγω του κινδύνου αυτού-
αποτρέπουν τους πιστούς από τη συστηματική και βαθιά προσευχή με το
κομποσκοίνι.
Κάποια φορά
μου είπε ο Γέρων Παΐσιος: «Ηταν ένας νέος στην Αθήνα ο οποίος ζούσε ζωή
αμαρτωλή, αλλά έδωσε ο Θεός και μετενόησε. Πήγε να εξομολογηθεί σ’ έναν
Πνευματικό και αυτός του όρισε κανόνα προσευχής και μετανοιών. Με
προθυμία δέχθηκε ο νέος την πρόταση, αλλά έπειτα από λίγες γονυκλισίες
πόνεσε η μέση του τόσο που του ερχόταν η ιδέα να σταματήσει την άσκηση
αυτή.
Ομως με
ανδρεία επιβλήθηκε στον εαυτό του, κάνοντας τον εξής συλλογισμό:
“Ταλαίπωρε, όσο επιδιδόσουν στις αμαρτίες δεν σκεπτόσουν τίποτε άλλο
παρά μόνο το πώς θα ικανοποιήσεις την επιθυμία σου. Τώρα που έδωσε ο
Θεός να δείξεις τη μετάνοιά σου με μερικές γονυκλισίες δεν μπορείς να
κάνεις λίγην υπομονήν;
Εμπρός,
συνέχισε αυτήν τη μικρή άσκηση και μην ψάχνεις να βρεις δικαιολογίες”.
Χάρη σ’ αυτή την απόφασή του, ο Θεός τον αξίωσε μεγάλης ευλογίας και
θείου φωτισμού, τόσο που πήγε να το αναφέρει στον Πνευματικό.
Εκείνος του
είπε με ταπείνωση: “Παιδί μου, εγώ ξέρω λίγα πράγματα για την προσευχή
και την άσκηση, αλλά δεν ξέρω από τέτοια χαρίσματα. Γι’ αυτό πήγαινε
καλύτερα στο Αγιον Ορος και ζήτησε τη συμβουλή του Γέροντος Παϊσίου”».
– Μ.Μ.:
Πάτερ Μάξιμε, καταγράφουμε με μεγάλη προσοχή όλα όσα μας λέτε. Τις
θέσεις και τις εξίσου παιδαγωγικές αντιθέσεις... Σ’ αυτό το σημείο που
βρίσκεται η συζήτηση -εδώ στον χώρο της ασκήσεως και του αγώνος σας-
χρήσιμο, νομίζω, θα είναι να μας μιλήσετε για την πλάνην η οποία
ελλοχεύει κάθε στιγμή, πάντα και παντού, για να μας αποτρέψει να
γευθούμε τη θεία χάρη.
– Ιερομ. Μ.:
Ο διάβολος, που πάντοτε μισεί το καλό και το κάλλος (γι’ αυτό λέγεται
μισόκαλλος), δεν μένει αργός στην προσπάθειά μας για την αιώνια σωτηρία.
Διακρίνεται σε τρεις φάσεις ο αγώνας του: Πρώτα φροντίζει να μην
επιτρέψει να πιστέψει ο άνθρωπος στην Αλήθεια. Γι’ αυτό τον κρατά στην
αθεΐα, στη σατανολατρία, στις άλλες θρησκείες ή και στις αιρέσεις.
Διευκολύνει
μάλιστα τους πλανεμένους σε μερικά προβλήματά τους, ακόμη και στην...
αρετή! Σε δεύτερη φάση -αν χάσει στο προηγούμενο στάδιο κι έλθει κάποιος
στην Ορθοδοξίαν- ο διάβολος τον σπρώχνει να πέσει στις αμαρτίες, σε
πτώσεις προς τ’ «αριστερά».
Γι’ αυτό
υπάρχουν πιστοί οι οποίοι συνεχώς αγωνίζονται, αλλά δυσκολεύονται στον
πνευματικό τους αγώνα. Ομως, εφόσον είναι μέλη της μίας, αγίας,
καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας κι εφόσον αγωνίζονται ισοβίως,
σώζονται διά της μετανοίας και των Μυστηρίων.
Σε τρίτη
φάση, αν κάποιος καταφέρει να νικήσει τα πάθη του, τότε ο διάβολος
προσπαθεί να τον πείσει ότι έγινε τέλειος, ότι δεν έχει ανάγκη κανένα
συνάνθρωπό του και τον σπρώχνει έτσι στην υπερηφάνεια. Μάλιστα του
εμφανίζεται και σαν «άγγελος φωτός», σαν «Παναγία» και σαν «Χριστός»!
Αυτή είναι η εκ δεξιών πλάνη.
Κι επειδή η
πτώση αυτή έρχεται βαθμιαία, πρέπει -ο θέλων να σωθεί- πάση θυσία να
κρατιέται από την ασφαλή άγκυρα της ολόψυχης ταπεινοφροσύνης και της
άτεγκτης αυτομεμψίας, αλλά και χωρίς να φθάνει στην απόγνωση. Αντιθέτως,
όποιος με τη χάρη του Θεού καταφέρει να νικήσει τον αόρατον εχθρό και
στις τρεις φάσεις του πολέμου του είναι όντως ταπεινόφρων και θεωρεί τον
εαυτό του μεγάλον αμαρτωλό.
Βεβαιώνει και
ομολογεί πως ό,τι καλό έχει πάνω του είναι της χάριτος του Θεού. Ενώ
έφθασε στην ύψιστη τελειότητα, όμως δεν πιστεύει ότι «έβαλε αρχή» και
παρακαλεί τον Θεό να παρατείνει τη ζωή του για να προλάβει να
μετανοήσει, όπως έπραξε ο αββάς Σισώης!
Επειτα από
ασκητικόν αγώνα, πολλή αρετή και προσευχή και προπαντός με σταθερή
ταπεινοφροσύνην, ο άνθρωπος του Θεού αξιώνεται θείων και μεγάλων
χαρισμάτων, για να διευκολύνεται το έργο της σωτηρίας των πολλών.
Τέτοια χαρίσματα είναι π.χ. της θαυματουργίας και θεραπείας ασθενών, της διοράσεως, προοράσεως κ.λπ.
Ο άγιος αυτός
«θεώνεται», γίνεται κατά χάριν θεός, του αποκαλύπτονται θεία μυστήρια
και βλέπει το άκτιστο φως του Μεταμορφωθέντος Ιησού.
Ομως αυτές οι
άκτιστες ενέργειες του Θεού δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο μόνο των
τελείων. Ολοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί -ανάλογα με τον αγώνα και την
πνευματική μας κατάσταση- μπορούμε ν’ απολαύσουμε τη θεία πρόνοια και
τις ευλογίες του Θεού, όπως είναι η αγάπη, η ειρήνη, η χαρά, η πίστις, η
ελπίδα.
Τις λέμε δε
«άκτιστες», διότι δεν είναι σαν τα κτιστά δημιουργήματα του Θεού -που
είπε κι έγιναν- αλλά περιβάλλουν την ουσία του Θεού, χωρίς να πει π.χ.
«θέλω να δημιουργηθεί η αγάπη». Να, όπως λ.χ. από τον ήλιο πηγάζουν η
θέρμη και το φως... Σ’ αυτή την τελειότητα καλούνται προπαντός οι
μοναχοί και όσοι αγαπούν το πρότυπο της μοναχικής ζωής, σηκώνοντας τον
προσωπικό σταυρό τους.
Με την
καθοδήγηση των εμπείρων περί τα πνευματικά, χαρισματούχων, πορεύεται η
Εκκλησία και όχι μόνο σώζει τα μέλη της από τις οποιεσδήποτε πλάνες αλλά
και τ’ ασφαλίζει στη στερεά πέτρα, τον Χριστόν, ώστε να ζουν από τώρα
-από αυτήν τη ζωή- τη μακαριότητα του παραδείσου.
Κείμενο - φωτογραφίες: Μανώλης Μελινός
Θεολόγος συγγραφέας,
διευθυντής Βιβλιοθήκης της Ι. Συνόδου
Θεολόγος συγγραφέας,
διευθυντής Βιβλιοθήκης της Ι. Συνόδου
Σάββατο 26 Ιουλίου 2014
Μητρ.Ἱερόθεος Βλάχος -Ἡ Ἡσυχία ὡς μέθοδος θεραπείας
Ένας
από τους πιο βασικούς τρόπους θεραπείας της ψυχής είναι και η ησυχία με
όλη την σημασία της λέξεως. Πιστεύω πως στα προηγούμενα φάνηκε αυτό το
θέμα καθαρά. Ο σημερινός άνθρωπος ζητάει θεραπεία στα βασικά θέματα
ζωής, κυρίως στην εσωτερική του κατάσταση, ακριβώς επειδή είναι
υπερβολικά κουρασμένος. Γι’ αυτό ένα από τα μηνύματα τα οποία μπορεί να
προσφέρη η Ορθοδοξία στον σύγχρονο κουρασμένο, απογοητευμένο και
παραπαίοντα κόσμο είναι το μήνυμα της ησυχίας. Πιστεύω πως η προσφορά
της Ορθοδόξου Παραδόσεως στον τομέα αυτόν είναι μεγάλη. Γι’ αυτό στην
συνέχεια θα επιδιώξω να αναπτύξω περισσότερο την αξία της ησυχίας και
του ησυχασμού για την θεραπεία της ψυχής, του νου, της καρδιάς και της
λογικής. Έχουμε την εντύπωση ότι η ησυχία και ο ησυχασμός είναι από τα
βασικότερα φάρμακα για την επίτευξη της εσωτερικής υγείας. Επίσης,
επειδή η έλλειψη της ησυχίας είναι εκείνη που δημιουργεί τα προβλήματα,
το άγχος, την αγωνία, την ανασφάλεια, τις ψυχολογικές, ψυχικές και
σωματικές παθήσεις, γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να δούμε την αιτία αυτών,
που είναι ο αντιησυχασμός. Ο αντιησυχαστικός λίβας που πνέει και καίει
τα πάντα, κυριαρχεί παντού και είναι η κυρία αιτία της ανωμαλίας. Γι’
αυτό στην συνέχεια θα αναπτύξουμε την ησυχία ως μέθοδο θεραπείας της ψυχής και τον αντιησυχασμό ως αιτία της ψυχικής και σωματικής ασθενείας.
1. Ησυχία
Πριν δώσουμε ορισμό της ησυχίας, ας δούμε την μεγάλη αξία της για την θεραπεία της ψυχής.1. Ησυχία
Οι άγιοι Πατέρες, που έχουν βιώσει σε όλο το πλάτος την Ορθόδοξη Παράδοση, έχουν τονίσει την μεγάλη σπουδαιότητα της ορθοδόξου ησυχίας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον οποίο η Εκκλησία δεν έδωσε τυχαία την επωνυμία του Θεολόγου, την θεωρεί απαραίτητη για να φθάση κανείς στην κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό «χρη και ησυχάζειν, ώστε αθολώτως προσομιλείν τω Θεώ και μικρόν απανάγειν τον νουν από των πλανωμένων»[1]. Με την ησυχία ο άνθρωπος καθαρίζει τις αισθήσεις του και την καρδιά του και έτσι γνωρίζει τον Θεό. Και αυτή η γνώση του Θεού συνιστά την σωτηρία του.
Μέσα σ’ αυτήν την γραμμή εντεταγμένος οργανικά και ο όσιος Θαλάσσιος, συνιστά επιγραμματικά: «Ησυχία και προσευχή, μέγιστα όπλα αρετής. Αύται γαρ τον νουν καθαίρουσαι, διορατικόν απεργάζονται»[2]. Με την ησυχία ο νους του ανθρώπου καθαρίζεται και γίνεται όργανο δεκτικό της θεωρίας του Θεού. Βέβαια, όπως γνωρίζουμε, κατά την πατερική διδασκαλία, άλλο είναι ο νους και άλλο η λογική. Ο νους καλυπτόμενος από τα πάθη παύει να είναι θεωρός των μυστηρίων του Θεού (είναι νεκρός), ενώ απαλλασσόμενος από τα πάθη γίνεται διορατικός και βλέπει τον Θεό ως Φως, και αυτό είναι η ζωή του ανθρώπου. Και, όπως έχουμε γράψει, αυτή η κάθαρση του νου επιτυγχάνεται με την ησυχία.
Είναι γνωστό σε όσους καταγίνονται με την μελέτη των πατερικών έργων και σε όσους προσπαθούν να βιώσουν αυτήν την ησυχία ότι διακρίνεται σε σωματική και ψυχική. Η σωματική αναφέρεται σε εξωτερικά θέματα, ενώ η ψυχική σε εσωτερικά. Η σωματική ησυχία είναι συνήθως ο ησυχαστικός τόπος και η προσπάθεια να μειώση ο άνθρωπος, κατά το δυνατόν, τις εξωτερικές παραστάσεις, τις εικόνες που δέχονται και προσφέρουν στην ψυχή οι αισθήσεις, ενώ η ψυχική ησυχία έγκειται στο να αποκτήση ο νους την ικανότητα και την δυνατότητα να μη δέχεται καμμιά πειρασμική περιπλάνηση. Σ’ αυτήν την κατάσταση ο νους του ανθρώπου, διακατεχόμενος από την νήψη και την κατάνυξη, είναι στραμμένος μέσα στην καρδιά, ο νους (η ενέργεια) συνελλίσσεται στον χώρο της καρδιάς (ουσία), ενώνεται μαζί με αυτήν και έτσι αποκτά μερική ή περισσότερη γνώση του Θεού.
Η σωματική ησυχία είναι ο περιορισμός του σώματος. «Αρχή της ησυχίας (είναι) η σχολή»[3]. Ο άνθρωπος σχολάζει από κάθε έργο. Συνέπεια αυτής της «σχολής» είναι «η φωτιστική δύναμις και θεωρία∙ και τέλος η έκστασις και η αρπαγή του νοός προς Θεόν»[4]. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, αναφερόμενος σ’ αυτήν την εξωτερική – σωματική ησυχία, γράφει: «ο αγαπήσας ησυχίαν, απέκλεισε στόμα»[5].
Δεν είναι όμως μόνον οι λεγόμενοι νηπτικού Πατέρες που αναφέρονται και περιγράφουν την ιερά ατμόσφαιρα της ησυχίας, αλλά και οι λεγόμενοι κοινωνικοί. Χρησιμοποιώ την λέξη λεγόμενοι γιατί στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν υπάρχει διαλεκτική αντίθεση μεταξύ της θεωρίας και της πράξεως, ούτε μεταξύ νηπτικών και κοινωνικών Πατέρων. Οι νηπτικοί είναι κατ’ εξοχήν κοινωνικοί και οι κοινωνικοί είναι αφάνταστα νηπτικοί.
Σαν παράδειγμα στο θέμα της ιεράς ησυχίας θα ήθελα να αναφέρω τον Μ. Βασίλειο. Σε επιστολή στον φίλο του άγιο Γρηγόριο γράφει για την ησυχία σαν αρχή της καθάρσεως της ψυχής, καθώς επίσης και για την ησυχία του σώματος, δηλαδή τον περιορισμό της γλώσσης, της οράσεως, της ακοής και των λόγων. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ησυχία ουν αρχή καθάρσεως τη ψυχή, μήτε γλώσσης λαλούσης τα των ανθρώπων, μήτε οφθαλμών ευχροίας σωμάτων και συμμετρίας περισκοπούντων, μήτε ακοής τον τόνον της ψυχής εκλυούσης εν ακροάμασι μελών προς ηδονήν πεποιημένων, μήτε εν ρήμασιν ευτραπέλων και γελοιαστών ανθρώπων, ο μάλιστα λύειν της ψυχής τον τόνον πέφυκεν».
Εδώ εκφράζεται η ιερά κατάσταση της ησυχίας την οποία απολάμβανε εκείνο τον καιρό ο άγιος Πατήρ στην έρημο, όταν προσπαθούσε να αποκτήση την γνώση του Θεού στο πανεπιστήμιο της ερήμου, μετά την διατριβή του σε ανθρώπινες σχολές για την απόκτηση της ανθρωπίνης γνώσεως. Και στην συνέχεια παρουσιάζει ο ιερός Πατήρ, ο Φωστήρ της Καισαρείας, ένα κλασσικό χωρίο που δείχνει ότι είχε άριστες γνώσεις της ησυχαστικής ζωής. Ο νους ο οποίος δεν διασκορπίζεται προς τα έξω και δεν διαχέεται δια των αισθήσεων προς τον κόσμο, επιστρέφει προς τον εαυτό του και δια του εαυτού του ανέρχεται προς τον Θεό και τότε ελλάμπεται από το άκτιστο Φως της θεότητος. Χαρακτηριστικά γράφει: «Νους μεν γαρ μη σκεδαννύμενος επί τα έξω, μηδέ υπό των αισθητηρίων επί τον κόσμον διαχεόμενος, επάνεισι μεν προς εαυτόν, δι’ εαυτού δε προς την περί Θεού έννοιαν αναβαίνει∙ κακείνω τω κάλλει περιλαμπόμενός τε και ελλαμπόμενος και αυτής της φύσεως λήθην λαμβάνει, μήτε προς τροφής φροντίδα, μήτε προς περιβολαίων μέριμναν την ψυχήν καθελκόμενος, αλλά, σχολήν από των γηΐνων φροντίδων άγων, την πάσαν εαυτού σπουδήν επί την κτήσιν των αιωνίων αγαθών μετατίθησι…»[6].
Η σωματική ησυχία είναι βοηθητική για να φθάση ο άνθρωπος να αποκτήση και την εσωτερική ψυχική ησυχία, την λεγομένη νοερά ησυχία. Φαίνεται από την πατερική διδασκαλία ότι η πρώτη, αν και μη τελείως αναγκαία, είναι εν τούτοις πολύ απαραίτητη για την κατά Θεόν ζωή. «Ησυχία μεν σώματός εστιν, ηθών, και αισθήσεων επιστήμη, και κατάστασις»[7]. Η σωματική ησυχία είναι κατάσταση σώματος και αισθήσεων. Και σε άλλα σημεία ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μιλά γι’ αυτήν την ησυχία, μάλιστα έχει υπ’ όψη του «ησυχαστικούς τόπους»[8]
Βέβαια, όπως αναφέραμε προηγουμένως, η έρημος και γενικά η σωματική ησυχία είναι βοηθητική για να φθάση κανείς στην εσωτερική νοερά ησυχία. Οι Πατέρες νοιώθουν την ησυχία «ουχί εις τον εγκλεισμόν, ουδέ εις την φυσικήν αναχώρησιν εις την έρημον, αλλ’ εις την διηνεκή εν τω Θεώ διαμονήν»[9]. Η έρημος, αν και έχη μεγάλη αξία, επειδή βοηθά στον περιορισμό των εικόνων και παραστάσεων που προέρχονται από τον γύρω κόσμο, εν τούτοις δεν απολυτοποιείται. Είναι χαρακτηριστικός στο σημείο αυτό ο Νικήτας ο Στηθάτος. Αναφερόμενος στο ότι η αρετή δεν περιορίζεται σε έναν ορισμένο τόπο και ότι ο σκοπός του ανθρώπου, που είναι «η αποκατάστασις των δυνάμεων της ψυχής» και «η επί το αυτό σύνοδος των γενικών αρετών εις την κατά φύσιν ενέργειαν», δεν συντελούνται από έξω, αλλά «συμπεφύκασιν ημίν εκ δημιουργία», καταλήγει «περιττόν η ερημία, εισερχομένων ημών εις αυτήν (την Βασιλείαν των Ουρανών) και ταύτης χωρίς, δια μετανοίας και πάσης φυλακής των του Θεού εντολών»[10]. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Νικήτας, εκφράζοντας την απορία για το λεγόμενο από πολλούς ότι είναι αδύνατον ο άνθρωπος να φθάση στην έξη της αρετής «άνευ αναχωρήσεως μακράς και της εις ερημίαν φυγής», γράφει: «τεθαύμακα, πως το απεριόριστον έδοξεν αυτοίς εν τόπω περιορίζεσθαι»[11].
Πάντως η έρημος και γενικά η σωματική ησυχία βοηθά για την απόκτηση της νοεράς ησυχίας, της οποίας τώρα ερχόμαστε να περιγράψουμε το ιερό περιεχόμενο.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος καθώς γράφει επιγραμματικά και συνεπτυγμένα στο περισπούδαστο έργο του, λέγει για την ησυχία της ψυχής ότι είναι «λογισμών επιστήμη». Ο ησυχαστής με την νήψη ίσταται στην πύλη της καρδίας, ελέγχει τους λογισμούς και ή φονεύει ή αποδιώκει τους ερχομένους λογισμούς: «ησυχία δε ψυχής, λογισμών επιστήμη και ασύλητος έννοια. Ησυχίας φίλος, ανδρείός τις και απότομος λογισμός, εν θύρα καρδίας ανυστάκτως ιστάμενος, και τους προσερχομένους λογισμούς ή κτείνων ή αποσειόμενος»[12].
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, αναφερόμενος στο θέμα της νοεράς ησυχίας και διαγράφοντας την ιερά της ατμόσφαιρα, λέγει: «Ησυχία εστί νοός κατάστασις ανενόχλητος, γαλήνη ελευθέρας και αγαλλιωμένης ψυχής, καρδίας ατάραχος και ακύμαντος βάσις, θεωρία φωτός, γνώσις Θεού μυστηρίων, λόγος σοφίας, άβυσσος νοημάτων Θεού, αρπαγή νοός, ομιλία καθαρά προς Θεόν, ακοίμητος οφθαλμός, προσευχή νοερά, ένωσις μετά Θεού και συνάφεια και τέλος θέωσις και άπονος ανάπαυσις εν μεγάλοις πόνοις ασκήσεως»[13].
Και άλλοι Πατέρες μιλούν γι’ αυτήν την ιερά κατάσταση της ψυχής, αφού άλλωστε η εν Χριστώ ζωή είναι κοινή εμπειρία όλων των αγίων. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη «ησυχία γαρ εστιν απόθεσις νοημάτων των ουκ εκ του πνεύματος θειοτέρων, έως καιρού, ίνα μη προσέχων τούτοις ως καλοίς το μείζον απολέσης»[14].
Αυτή η απόθεση των νοημάτων εντάσσεται μέσα στην προσπάθεια να καθαρίση ο άνθρωπος το λογιστικό μέρος της ψυχής. Αγωνίζεται ο αθλητής της πνευματικής ζωής να αποδιώκη τους λογισμούς, οι οποίοι ενσπείρονται από τον πονηρό, με μοναδικό σκοπό να διαλύση την εσωτερική ενότητα των δυνάμεων της ψυχής και να αρρωστήση την καρδιά του ανθρώπου. Είναι γεγονός ότι η Ορθοδοξία είναι μια θεραπευτική επιστήμη. Διαβάζοντας τα έργα των αγίων Πατέρων που αναφέρονται στα θέματα αυτά, βλέπουμε καθαρά ότι ο Χριστιανισμός θεραπεύει την ασθενούσα ψυχή και μέσα στους τρόπους θεραπείας πρωταρχική θέση κατέχει η φυλακή του νοός, η απώθηση των λογισμών και η προσπάθεια να τους φονεύσουμε πριν εισέλθουν στην πύλη της καρδίας.
«Η ησυχία τι εστιν; αλλ’ ή το συστείλαι τινά την καρδίαν αυτού από δόσεως και λήψεως και ανθρωπαρεσκείας, και των λοιπών ενεργειών. Και ότε δε ο Κύριος ήλεξγε τον γραμματέα δια τον εμπεσόντα εις τους ληστάς, και επηρώτησεν αυτόν τις εγένετο πλησίον; λέγει∙ «ο ποιήσας το έλεος μετ’ αυτού». Πάλιν είρηκεν∙ «έλεον θέλω και ου θυσίαν» ∙ ει ουν έχεις άπαξ ότι το έλεος πλείον εστί της θυσίας, εις το έλεος κλίνον την καρδίαν σου∙ και γαρ η πρόφασις της ησυχίας φέρει εις υψηλοφροσύνην, πριν ή ο άνθρωπος κερδάνη εαυτόν, τουτέστιν άμωμος γένηται∙ τότε γαρ ησυχία εστίν∙ ότι εβάστασε τον σταυρόν. Εάν ουν συμπαθήσης, ευρίσκεις βοήθειαν∙ εάν δε κρατήσης σεαυτόν, ως δήθεν υπεραναβήναι το μέτρον, τούτο μάθε, ότι και ο έχεις απωλέσας∙ μήτε ουν έσω, μήτε έξω∙ αλλά αμέσως πορεύθητι, συνιών τι το θέλημα του Κυρίου, ότι αι ημέραι πονηραί εισίν;»[15].
Το ότι η ησυχία είναι κυρίως και προ παντός φυλακή του νου, φυλακή των λογισμών, φαίνεται και από τον όσιο Θαλάσσιο με την παραγγελία που δίδει: «Ασφάλισαι τας αισθήσεις τω τρόπω της ησυχίας και δίκασον τους λογισμούς εφεστώτας τη καρδία»[16].
Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι κυρίως ο υπέρμαχος της ησυχίας, όπως θα μας δοθή η ευκαιρία να πούμε πιο κάτω. Αυτός έκανε, με την Χάρη του Χριστού, αγώνες για την κατοχύρωση αυτής της μεθόδου καθάρσεως της καρδιάς και των λογισμών, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση γνώσεως και κοινωνίας με τον Θεό. Σε λόγο του στα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου ομιλεί για την ησυχαστική ζωή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αγιορείτης άγιος, μιλώντας από την πείρα του, παρουσιάζει την Παναγία τύπο της νοεράς ησυχίας, αφού μέσα στα άγια των αγίων έφθασε στην κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, δια της ησυχίας. Γράφει ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε στον Θεό και κοινωνήσουμε μαζί Του, αν δεν καθαρθούμε και αν δεν καταλείψουμε τα αισθητά και τις αισθήσεις και αν δεν ανεβούμε πάνω από τους λογισμούς και τους συλλογισμούς και την ανθρώπινη γνώση και από όλη την διάνοια. Αυτό ακριβώς έκανε και η Παρθένος. Ζητούσα η Παρθένος αυτήν την κοινωνία με τον Θεό, «την ιεράν ησυχίαν ευρίσκει χειραγωγόν∙ ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύστιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν∙ αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας, ειπείν οικειότερον ή μόνη δείγμα της ως αληθώς ευεκτούσης ψυχής». Στην συνέχεια περιγράφει ο άγιος ότι οι αρετές είναι φάρμακα για τις ασθένειες της ψυχής για τα πάθη, αλλά η θεωρία είναι «της υγιαινούσης ο καρπός, οίόν τι τέλος ούσα και είδος θεουργόν». Η ψυχή, με άλλα λόγια, θεραπεύεται δια των αρετών, αλλά θεραπευομένη ενώνεται με τον Θεό δια της θεωρίας, στην οποία οδηγεί η αγωγή της ησυχίας. «Δι’ αυτής (της θεωρίας) θεοποιείται άνθρωπος, ου της από των λόγων ή της των ορωμένων στοχαστικής αναλογίας, αλλά της από της καθ’ ησυχίαν αγωγής»[17].
Με την μέθοδο αυτή της ορθοδόξου ησυχίας και αγωγής θεραπευόμαστε, «απολυόμεθα των κάτω και συννεύομεν προς τον Θεόν» και με διαρκείς δεήσεις και προσευχές «θίγομέν πως της αθίκτου και μακαρίας φύσεως εκείνης. Και ούτως αυτοίς ανακραθέντος απορρήτως υπέρ αίσθησιν και νουν φωτός, εν εαυτοίς ως εν εσόπτρω θεωρούσι τον Θεόν οι την καρδίαν δι’ ιεράς ησυχίας καθαρθέντες»[18].
Τα κύρια χαρακτηριστικά σημεία του λόγου αυτού του αγιορείτου αγίου είναι ότι με την μέθοδο της ορθοδόξου αγωγής, που είναι ουσιαστικά μέθοδος της νοεράς ησυχίας, καθαρίζουμε την καρδιά και τον νου μας και δι’ αυτού του τρόπου ενωνόμαστε με τον Θεό. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος προσψαύσεως του Θεού και κοινωνίας μαζί Του.
Οι άγιοι Πατέρες σε μελέτες τους ονομάζουν αυτήν την κατάσταση της ψυχής και Σαββατισμό. Ο νους του ανθρώπου, καθαρθείς με την μέθοδο και αγωγή της ιεράς ησυχίας, σαββατίζει , αναπαύεται εν Θεώ. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μιλώντας για την θεία κατάπαυση, για την κατάπαυση του Θεού, ο Οποίος «κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού», και για την κατάπαυση του Χριστού με την κάθοδο της ψυχής μαζί με την Θεότητα στον Άδη και με την παραμονή του Σώματός Του μετά της Θεότητος στον τάφο, γράφει ότι και εμείς πρέπει να επιδιώκουμε αυτήν την θεία κατάπαυση, να συγκεντρώνουμε δηλαδή τον νου μας με την επίπονη προσοχή και αδιάλειπτη προσευχή. Αυτή η θεία κατάπαυση, ο θείος Σαββατισμός, είναι η νοερά ησυχία. «Αν δε και παντός συλλογισμού, καν αγαθός η, τον σον απαναστήσης νουν και προς εαυτόν επιστρέψης όλον δι’ επιμόνου προσοχής και αδιαλείπτου προσευχής, όντως εισήλθες και αυτός εις την θείαν κατάπαυσιν και της κατά την εβδόμην ευλογίας επέτυχες, αυτός σεαυτόν ορών και δια σαυτού προς θεοπτίαν αναφερόμενος»[19]. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτά τα λέγει ο άγιος σε ομιλία στο ποίμνιο της Επισκοπής του, δηλαδή της Θεσσαλονίκης. Αυτό σημαίνει ότι όλοι, κατά διαφόρους όμως βαθμούς, μπορούν να αποκτήσουν εμπειρίες της θείας καταπαύσεως. Και πιστεύω ότι αυτή είναι η διδασκαλία που χάθηκε στην σημερινή εποχή.
Ἀσθένεια τῆς καρδιᾶς
Σε όλη την βιβλικοπατερική παράδοση είναι γνωστό ότι η καρδιά του
ανθρώπου, όταν παύη να εφαρμόζη το θέλημα του Θεού και πράττη τα
θελήματα του διαβόλου, ασθενεί και νεκρούται. Γίνεται λόγος για την
ασθένεια, την πώρωση, την ακαθαρσία, την πνευματική νέκρωση της καρδιάς.
Στην παράγραφο αυτήν θα δούμε μερικές τέτοιες εκδηλώσεις της ασθενούς
καρδίας.
Επισκόπου Ναυπάκτου π.Ιερόθεου
Ο διάβολος εισέρχεται στην καρδιά του ανθρώπου, και την αιχμαλωτίζει. «Και δείπνου γενομένου, του διαβόλου ήδη βεβληκότος εις την καρδίαν Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου ίνα αυτόν παραδώ» (Ιω. ιγ’, 2). Βέβαια προηγήθηκε πολυχρόνια αιχμαλωσία του νου. Όπως είναι αδύνατον σε έναν σωλήνα να διέλθουν συγχρόνως το ύδωρ και το πυρ, έτσι είναι αδύνατον να εισέλθη η αμαρτία στην καρδιά, «εάν μη κρούση πρότερον εν θύρα καρδίας δια φαντασίας πονηράς προσβολής»[258]. Η φαντασία είναι εκείνη που οδηγεί στην καρδιά την προσβολή του διαβόλου.Στον μεταπτωτικό άνθρωπο η φαντασία, που είναι λεπτοτέρα της διανοίας και παχυτέρα του νου, είναι η αρχή του κακού. Γι’ αυτό συνιστούν οι άγιοι Πατέρες να φυλάττη κανείς την φαντασία του καθαρά ή μάλλον καλύτερα να ζη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη ενεργοποιήται η φαντασί, να νεκρώση το φανταστικό. Μόνο όταν αυτό νεκρωθή από την μεγάλη μετάνοια και το πολύ πένθος μπορεί να θεολογήση.
Στα έργα των αγίων Πατέρων γίνεται λόγος για την απώλεια της καρδίας. Αυτό νοείται με την έννοια ότι στην καρδιά δεν ενεργεί η Χάρη του Χριστού, αλλά από κέντρο υπερφυσικό γίνεται κέντρο παραφυσικό. Η απώλεια της καρδίας είναι απώλεια της σωτηρίας.
Μια από τις ασθένειες της καρδιάς είναι η άγνοια και η λήθη. Η καρδιά, απωλέσασα την Χάρη του Θεού, έχει μια νέφωση, ένα γνόφο, ένα κάλυμμα. Είναι αυτό που παρατηρείται στους Ιουδαίους και στους αιρετικούς. Διαβάζουν την Γραφή αλλά τους είναι εντελώς ακατανόητη, γιατί η καρδιά είναι κεκαλυμμένη. «… αλλ’ έως σήμερον, ηνίκα αναγινώσκεται Μωϋσής, κάλυμμα επί την καρδίαν αυτών κείται» (Β’ Κορ. γ’, 15). Δια της καρδίας αποκτά κανείς βεβαιότητα του Θεού, στην καρδιά αποκαλύπτεται ο Θεός, λαλεί και ερμηνεύει τον λόγο Του. Όταν αυτή είναι κεκαλυμμένη, τότε ο άνθρωπος βρίσκεται σε σκοτάδι βαθύ. Και μια καρδιά που έχει άγνοια είναι άδης. «Άδης γαρ εστιν άγνοια∙ αμφότερα γαρ εισιν αφάνερα. Απώλεια δε εστι λήθη, διότι εξ υπαρχόντων απώλοντο»[259].
Ο διάβολος εισέρχεται στην καρδιά του ανθρώπου, και την αιχμαλωτίζει. «Και δείπνου γενομένου, του διαβόλου ήδη βεβληκότος εις την καρδίαν Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου ίνα αυτόν παραδώ» (Ιω. ιγ’, 2). Βέβαια προηγήθηκε πολυχρόνια αιχμαλωσία του νου. Όπως είναι αδύνατον σε έναν σωλήνα να διέλθουν συγχρόνως το ύδωρ και το πυρ, έτσι είναι αδύνατον να εισέλθη η αμαρτία στην καρδιά, «εάν μη κρούση πρότερον εν θύρα καρδίας δια φαντασίας πονηράς προσβολής»[258]. Η φαντασία είναι εκείνη που οδηγεί στην καρδιά την προσβολή του διαβόλου.Στον μεταπτωτικό άνθρωπο η φαντασία, που είναι λεπτοτέρα της διανοίας και παχυτέρα του νου, είναι η αρχή του κακού. Γι’ αυτό συνιστούν οι άγιοι Πατέρες να φυλάττη κανείς την φαντασία του καθαρά ή μάλλον καλύτερα να ζη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη ενεργοποιήται η φαντασί, να νεκρώση το φανταστικό. Μόνο όταν αυτό νεκρωθή από την μεγάλη μετάνοια και το πολύ πένθος μπορεί να θεολογήση.
Στα έργα των αγίων Πατέρων γίνεται λόγος για την απώλεια της καρδίας. Αυτό νοείται με την έννοια ότι στην καρδιά δεν ενεργεί η Χάρη του Χριστού, αλλά από κέντρο υπερφυσικό γίνεται κέντρο παραφυσικό. Η απώλεια της καρδίας είναι απώλεια της σωτηρίας.
Μια από τις ασθένειες της καρδιάς είναι η άγνοια και η λήθη. Η καρδιά, απωλέσασα την Χάρη του Θεού, έχει μια νέφωση, ένα γνόφο, ένα κάλυμμα. Είναι αυτό που παρατηρείται στους Ιουδαίους και στους αιρετικούς. Διαβάζουν την Γραφή αλλά τους είναι εντελώς ακατανόητη, γιατί η καρδιά είναι κεκαλυμμένη. «… αλλ’ έως σήμερον, ηνίκα αναγινώσκεται Μωϋσής, κάλυμμα επί την καρδίαν αυτών κείται» (Β’ Κορ. γ’, 15). Δια της καρδίας αποκτά κανείς βεβαιότητα του Θεού, στην καρδιά αποκαλύπτεται ο Θεός, λαλεί και ερμηνεύει τον λόγο Του. Όταν αυτή είναι κεκαλυμμένη, τότε ο άνθρωπος βρίσκεται σε σκοτάδι βαθύ. Και μια καρδιά που έχει άγνοια είναι άδης. «Άδης γαρ εστιν άγνοια∙ αμφότερα γαρ εισιν αφάνερα. Απώλεια δε εστι λήθη, διότι εξ υπαρχόντων απώλοντο»[259].
Ασθένεια της καρδίας είναι η σκληρότης και η πώρωση. Αφού δεν δέχεται
την Χάρη του Θεού, που αλλοιώνει τα πάντα, παραμένει σε σκληρότητα.
«Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία και τοις ωσίν…» είπε στους
Ιουδαίους ο Πρωτομάρτυς Στέφανος (Πράξ. ζ’, 51). Αυτή η σκληρότης είναι
εκείνη που θησαυρίζει οργή, ένεκα της οποίας θα καταδικασθή ο άνθρωπος.
«Κατά δε την σκληρότητά σου και αμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτώ
οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως και δικαιοκρισίας του Θεού» (Ρωμ.
β’, 5). Οι άνθρωποι θα δικασθούν για την σκληρότητα της καρδιάς. Η
σκληρά καρδία είναι σιδηρά πύλη που εισάγει στην πόλη. Κεκλεισμένη η
πύλη δεν αφήνει τον άνθρωπο να εισέλθη στην πόλη. Ενώ η καρδία στον
τεθλιμμένο και κακοπαθούντα αυτομάτως θα ανοιχθή, όπως έγινε στον
Πέτρο[260]. Έχουμε καθήκον να μη δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για να
σκληρυνθή και πωρωθή η καρδιά. «Μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών ως εν τω
παραπικρασμώ» (Εβρ. γ’, 8). Η σκληρά καρδία είναι και πεπωρωμένη. Ο
Κύριος πολλές φορές συνήντησε τέτοιες πωρωμένες καρδιές. Μετά το θαύμα
του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων και την τρικυμία «ην αυτών η καρδία
πεπωρωμένη» (Μαρκ. στ’, 52). Σε άλλη συνάφεια ο Κύριος είπε: «έτι
πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν υμών» (Μαρκ. η’, 17). Έχοντας μπροστά Του ο
Κύριος ανθρώπους που Τον παρατηρούσαν αν θα θεραπεύση το Σάββατο,
«περιβλεψάμενος αυτούς μετ’ οργής, συλλυπούμενος επί τη πωρώσει της
καρδίας αυτών», εθεράπευσε τον έχοντα εξηραμμένην χείρα (Μαρκ. γ’, 5).
Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΑΣ ΓΙΝΗ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΑΣ ΓΙΝΗ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Αυτό
κάνε και συ ο άνδρας όχι μόνον η γυναίκα. Ας είναι το σπίτι σου
Εκκλησία που θα αποτελήται από άνδρες και γυναίκες. Διότι μη νομίσης
ότι επειδή είσαι μόνος εσύ ο άνδρας, ούτε επειδή εσύ η γυναίκα είσαι
μόνη, ότι αυτό αποτελεί εμπόδιο˙ διότι λέγει˙ «Όπου είναι συγκεντρωμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί ανάμεσά τους βρίσκομαι και εγώ» (Ματθ. 18,20). Όπου
βρίσκεται ο Χριστός, εκεί υπάρχει μεγάλο πλήθος˙ όπου βρίσκεται ο
Χριστός, υποχρεωτικά εκεί βρίσκονται και άγγελοι και αρχάγγελοι και οι
άλλες δυνάμεις.
Επομένως δεν είστε μόνοι, αφού έχετε τον Κύριο των πάντων. Και πάλι άκουσε τον Προφήτη που λέγει˙ «Είναι προτιμότερος ένας που εκτελεί το θέλημα του Κυρίου, παρά αμέτρητοι παράνομοι» (Σοφ. Σειρ. 16,3-4). Τίποτε πιο αδύνατο δεν υπάρχει από πολλούς παράνομους, ούτε πιο ισχυρό από τον ένα που ζει σύμφωνα με τον νόμο του Θεού.
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ Τα νεύρα της ψυχής.
Χρυσοστομικός Άμβων Ε΄
ΕΚΔΟΣΙΣ: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου.
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΝΥΞΙΣ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ
Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014
Οι δυνατότητες του έρωτα.
του Νικήτα Καυκιού
Ο άνθρωπος διαβάζει, ερευνά, καπνίζει,
εργάζεται, ταξιδεύει, δημιουργεί τέχνη, παίρνει ναρκωτικά, κάνει πολιτική
και κοινωφελή έργα προκειμένου να ξεπεράσει την οδύνη της ερημιάς του
και να καλύψει το υπαρξιακό κενό και τις αγωνίες του.
Η ερωτική εμπειρία υπόσχεται την
λύτρωση. Ο ερωτευμένος αισθάνεται ολοκληρωμένος, πλήρης, φωτισμένος και
χαρούμενος. Ελπίζει, πιστεύει, ονειρεύεται, προσδοκά, ανανεώνεται. Γεμίζει
από αισθήματα επιτυχίας και εσωτερικής χαράς. Γίνεται παιδί και απολαμβάνει
την πραγματικότητα.
Ο έρωτας είναι έκσταση, ένωση, πρόσβαση,
γνώση. Είναι δεσμός με αυτό που ονειρευόμαστε ότι μας υπερβαίνει. Είναι
πόθος μετοχής στο θαυμαστό.
Σε ανθρώπινο επίπεδο, άκρως ελκυστική
και θαυμαστή είναι η ωραιότητα του ανθρώπινου προσώπου. Ο ερωτευμένος
ποθεί, ελπίζει και ονειρεύεται την ιδανική σχέση. Η απουσία του αγαπημένου
είναι αφόρητα βασανιστική. Η συμβίωση όμως μαζί του έχει συνήθως τραγική
κατάληξη. Όταν το όνειρο γίνει πραγματικότητα και το φαντασιακό συναντήσει
τη διάσταση του πραγματικού, ο έρωτας χάνει τη δύναμή του. Η προσγείωση
είναι σκληρή.
Η συνεχής τριβή με τον σύντροφο πυροδοτεί συγκρούσεις. Ο άλλος γίνεται τόσο πιο ανυπόφορος όσο περισσότερο αγαπήθηκε. Επειδή τον είχαμε ερωτευθεί, τον είχαμε αποσυνδέσει από την πραγματικότητα και εξιδανικεύσει. Καταλαβαίνουμε όμως ότι κάναμε λάθος. Δεν είναι ο άνθρωπος που περιμέναμε. Πέσαμε έξω. Έχει πολλά ελαττώματα. Η ζωή κοντά του δεν είναι όνειρο, αλλά βάσανο. Είναι σκληρός, αδιάφορος, επιθετικός, κουραστικός. Έχει αλλάξει. Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την αλλαγή. Αισθανόμαστε το ίδιο μόνοι, ακάλυπτοι, κενοί, όπως νιώθαμε πριν τον γνωρίσουμε. Απογοητευμένοι στρέφουμε τα μάτια της καρδιάς αλλού.
Η συνεχής τριβή με τον σύντροφο πυροδοτεί συγκρούσεις. Ο άλλος γίνεται τόσο πιο ανυπόφορος όσο περισσότερο αγαπήθηκε. Επειδή τον είχαμε ερωτευθεί, τον είχαμε αποσυνδέσει από την πραγματικότητα και εξιδανικεύσει. Καταλαβαίνουμε όμως ότι κάναμε λάθος. Δεν είναι ο άνθρωπος που περιμέναμε. Πέσαμε έξω. Έχει πολλά ελαττώματα. Η ζωή κοντά του δεν είναι όνειρο, αλλά βάσανο. Είναι σκληρός, αδιάφορος, επιθετικός, κουραστικός. Έχει αλλάξει. Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την αλλαγή. Αισθανόμαστε το ίδιο μόνοι, ακάλυπτοι, κενοί, όπως νιώθαμε πριν τον γνωρίσουμε. Απογοητευμένοι στρέφουμε τα μάτια της καρδιάς αλλού.
Έτσι πέφτουμε στον φαύλο κύκλο της
ερωτικής αναζήτησης. Προσδοκία-φαντασίωση, πραγμάτωση-απογοήτευση.
Η δυνατότητα του έρωτα καταξιώνεται,
βρίσκει το αληθινό της νόημα και λυτρώνει τον άνθρωπο όταν αναφέρεται
στον Θεό. Η ουσιαστική, βαθιά, σχέση με το θεό καλλιεργείται ως μυστήριο
ερωτικό. Αγαπούμε τον Θεό με όλη μας την καρδιά, την ψυχή και τη διάνοια.
Γινόμαστε ολοκληρωτικά δικοί Του. Μέσα από μία τέτοια εμπειρία αγάπης,
αφιερώνουμε ολόκληρο το είναι μας στον Θεό. Τα φτιάχνουμε μαζί Του και
δεν τα χαλάμε ποτέ εις τους αιώνες των αιώνων. Ο δεσμός μας μαζί Του υπερβαίνει
το χρόνο και το θάνατο.
Ο Θεός είναι ο εραστής της αιωνιότητας.
Είναι η αληθινή ζωή που νικά το θάνατο. Προσφέρεται ολόκληρος σ εμάς.
Σταυρώνεται και σφαγιάζεται χάριν της αγάπης.
Εάν έχουμε καλή προαίρεση για να Τον
γνωρίσουμε Αυτός θα φροντίσει να μας φέρει κοντά του. Η άπειρη αγάπη Του
θα γίνει θερμή, μητρική αγκαλιά που θα μας προστατέψει και θα μας οδηγήσει
αβίαστα κοντά του. Το να ποθούμε να γνωρίσουμε το Θεό είναι αρκετό για
να αρχίσει να αλλάζει η ζωή μας. Είναι αρκετό για να γίνουμε κατάλληλοι
δέκτες της αγαπητικής Του χάρης.
Η δική του τέλεια αγάπη
πολιορκεί μεθοδικά και δυναμικά τη ζωή μας για να την κατακτήσει.
Ο δικός Του έρωτας γίνεται
φωτιά σωτηρίας για την ύπαρξή μας.
Η άπειρη δύναμη της αγάπης Του
συντρίβει όλες τις άμυνες, του φόβους και τις αναστολές μας και
μας κυριεύει.
Αυτός είναι ο Κύριός μας, ο αγαπημένος.
Αυτός είναι
η ζωή μας
η καρδιά μας
η αναπνοή μας
το είναι μας.
πολιορκεί μεθοδικά και δυναμικά τη ζωή μας για να την κατακτήσει.
Ο δικός Του έρωτας γίνεται
φωτιά σωτηρίας για την ύπαρξή μας.
Η άπειρη δύναμη της αγάπης Του
συντρίβει όλες τις άμυνες, του φόβους και τις αναστολές μας και
μας κυριεύει.
Αυτός είναι ο Κύριός μας, ο αγαπημένος.
Αυτός είναι
η ζωή μας
η καρδιά μας
η αναπνοή μας
το είναι μας.
Αυτόν μόνο έχουμε και αυτός μας
έχει ολοκληρωτικά.
Αυτόν μόνο θέλουμε,
σ Αυτόν πιστεύουμε,
σ αυτόν ελπίζουμε,
σ αυτόν ζούμε.
Αυτόν μόνο θέλουμε,
σ Αυτόν πιστεύουμε,
σ αυτόν ελπίζουμε,
σ αυτόν ζούμε.
Αυτός μας γεμίζει με τη δική Του
χάρη,
τη δική του χαρά.
Την αιώνια χαρά της συμμετοχής στην
άπειρη δόξα Του.
Γινόμαστε
λαμπροί μέτοχοι της εορτής των ουρανών.
Και μέσα από αυτή την εμπειρία
έτοιμοι ν αγαπήσουμε τους ανθρώπους.
Πάνω στο θεμέλιο του Χριστού.
Πάνω σ αυτήν την βάση,
κάτω απ αυτόν τον ορίζοντα,
μέσα σ Αυτόν τον Θεό της αγάπης,
μπορούμε να αγαπήσουμε αληθινά
Δίνοντας στους άλλους αγάπη.
Εκείνη την αγάπη
που έχουμε γευθεί ως δώρο από τον Θεό της Αγάπης.
Τον εσταυρωμένο.
τη δική του χαρά.
Την αιώνια χαρά της συμμετοχής στην
άπειρη δόξα Του.
Γινόμαστε
λαμπροί μέτοχοι της εορτής των ουρανών.
Και μέσα από αυτή την εμπειρία
έτοιμοι ν αγαπήσουμε τους ανθρώπους.
Πάνω στο θεμέλιο του Χριστού.
Πάνω σ αυτήν την βάση,
κάτω απ αυτόν τον ορίζοντα,
μέσα σ Αυτόν τον Θεό της αγάπης,
μπορούμε να αγαπήσουμε αληθινά
Δίνοντας στους άλλους αγάπη.
Εκείνη την αγάπη
που έχουμε γευθεί ως δώρο από τον Θεό της Αγάπης.
Τον εσταυρωμένο.
Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014
O φωτισμένος ασκητής Μακάριος
O φωτισμένος ασκητής Μακάριος
Τι είπε στον Καζαντζάκη ;
Νίκος Καζαντάκης: Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου· θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;— Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
— Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.
— Ένας μονάχα δρόμος.
— Πώς τον λέν;
— Ανήφορο· ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί· από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από τη χαρά στον πόνο· στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος· διάλεξε.
— Είμαι ακόμα νέος· καλή ‘ναι η γής, έχω καιρό να διαλέξω.
Άπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:
— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει ο Χάρος.
Ανατρίχιασα.
Από την «Αναφορά στον Γκρέκο», εκδ. Ελένη Καζαντζάκη, 1964
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


